Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Τον συνέλαβαν την ώρα που… προσπαθούσε να αναστήσει έναν νεκρό!


ον πόνο μίας οικογένειας στην Αιθιοπία που είχε χάσει έναν δικό της άνθρωπο, επιχείρησε να εκμεταλλευτεί ο Getayawkal Ayele.

Ο προφήτης, όπως αυτοαποκαλείται, λίγο πριν κηδεία του Belay Biftu στην επαρχία Ορόμια, πλησίασε τους συγγενείς και αφού τους είπε στην ιστορία με την ανάσταση του Λαζάρου, τους έπεισε οτι μπορεί να κάνει το ίδιο.

Εκείνοι, ψάχνοντας μία ελπίδα για να δουν τον άνθρωπό τους να επιστρέφει και πάλι στην ζωή, τον πίστεψαν και του επέτρεψαν να δώσει ένα σόου, το οποίο όμως δεν είχε ευτυχή κατάληξη…

Στο βίντεο φαίνεται ο Getayawkal Ayele να είναι πάνω από το φέρετρο και να φωνάζει «Belay ξύπνα» αρκετές φορές, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να ξαπλώσει πάνω του.

Φυσικά, δεν υπήρξε κάποια ανταπόκριση στο κάλεσμά του και στο τέλος του βίντεο, ακούγονται οι πρώτες αντιδράσεις από τους συγγενείς. Στο σημείο έφτασε η αστυνομία που συνέλαβε στον ψευδοπροφήτη για βεβήλωση νεκρού.



Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Ιωάννα της Λωραίνης ~ Η Πολέμαρχος του Θεού Βίντεο Ελληνικοί υπότιτλοι

Αποτέλεσμα εικόνας για Ιωάννα της Λωραίνης ~ Η Πολέμαρχος του Θεού

Η Ζαν Ντ’ Αρκ (Jeanne d'Arc), γνωστότερη στην Ελλάδα ως Ιωάννα της Λοραίνης, γεννήθηκε στις 6 Ιανουαρίου 1412 στο χωριό Ντονρεμί της βορειοανατολικής Γαλλίας, στα σύνορα της Καμπανίας και της Λορένης. Μεγάλωσε στο αγρόκτημα της οικογένειάς της, χωρίς να μάθει ποτέ γραφή και ανάγνωση.

Ήταν μόλις 12 ετών όταν άρχισε για πρώτη φορά ν’ ακούει φωνές, που την καλούσαν να σώσει τη...

Γαλλία από τη διάλυση.

Όπως υποστήριζε, ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, η Αγία Μαργαρίτα και η Αγία Αικατερίνη της είπαν ότι ήταν Θεία αποστολή να απελευθερώσει τη χώρα της από τους Άγγλους και να βοηθήσει τον διάδοχο του γαλλικού χρόνου, Κάρολο, να στεφθεί βασιλιάς. Της είπαν να κόψει τα μαλλιά της κοντά, να ντυθεί σαν άντρας και να πάρει τα όπλα.



Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Τελικά ο ιατρικός πάπυρος της Βασιλείας ανήκει στον Γαληνό



Από τον 16ο αιώνα, η Βασιλεία στην Ελβετία φιλοξενεί έναν μυστηριώδη πάπυρο. Με γραφή καθρέφτη και στις δύο πλευρές, έχει προβληματίσει γενιές ερευνητών. 


Μια ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου της Βασιλείας ανακάλυψε τώρα ότι  ένα άγνωστο ιατρικό έγγραφο, από την ύστερη αρχαιότητα, το κείμενο του ήταν πιθανόν γραμμένο από τον ίδιο διάσημο Έλληνα γιατρό Γαληνό

Η συλλογή των παπύρων της Βασιλείας περιλαμβάνει 65 έγγραφα σε πέντε γλώσσες, τα οποία αγοράστηκαν από το πανεπιστήμιο το 1900 για να διδάξουν κλασικές σπουδές - με εξαίρεση δύο παπύρους. Αυτά έφθασαν στη Βασιλεία τον 16ο αιώνα και πιθανόν αποτελούσαν μέρος της συλλογής τέχνης του Basilius Amerbach.



Ένας από αυτούς τους παμπύρους Amerbach θεωρήθηκε μέχρι σήμερα ως μοναδικός στον κόσμο της παπυρολογίας. Με γραφή «καθρέφτη» και στις δύο πλευρές, έχει προβληματίσει γενιές ερευνητών. Μόνο μέσω εικόνων υπεριώδους και υπέρυθρης ακτινοβολίας που παρήγαγε το εργαστήριο ψηφιακών ανθρωπιστικών επιστημών  της Βασιλείας ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί ότι αυτό το έγγραφο ηλικίας 2.000 ετών δεν ήταν καθόλου πάπυρος, αλλά πολλά στρώματα παπύρου κολλημένα μεταξύ τους. Ένας ειδικός επισκευαστής παπύρου ήρθε στη Βασιλεία για να διαχωρίσει τα φύλλα, επιτρέποντας στο ελληνικό έγγραφο να αποκωδικοποιηθεί για πρώτη φορά.


Στο εργαστήρι παπύρου: η διατήρηση του παπύρου απαιτεί πάνω από όλα τη δεξιοτεχνία, την τεχνογνωσία και χρόνο. [Φωτ: Πανεπιστήμιο της Βασιλείας]


Ένας « λογοπαθής» 
πάπυρος

"Αυτή είναι μια εντυπωσιακή ανακάλυψη", λέει η Sabine Huebner, Καθηγήτρια Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας. "Η πλειοψηφία των παπύρων είναι έγγραφα όπως επιστολές, συμβόλαια και αποδείξεις, αλλά αυτό είναι ένα λογοτεχνικό κείμενο και είναι πολύ πιο πολύτιμο".
Επιπλέον, περιέχει ένα προηγουμένως άγνωστο κείμενο από την αρχαιότητα. "Μπορούμε τώρα να πούμε ότι είναι ένα ιατρικό κείμενο από την ύστερη αρχαιότητα που περιγράφει το φαινόμενο της     « υστερικής άπνοιας », λέει η Huebner. "Υποθέτουμε λοιπόν ότι είναι είτε ένα κείμενο από τον Έλληνα  ιατρό Γαληνό , είτε ένα άγνωστο σχόλιο για το έργο του". Μετά τον Ιπποκράτη, ο Γαληνός θεωρείται ως ο σημαντικότερος γιατρός της αρχαιότητας.

Η αποφασιστική απόδειξη προέρχεται από την Ιταλία - ένας ειδικός το είδε παράλληλα με τους διάσημους παπύρους της Ραβένα από το γραφείο της Αρχιεπισκοπής της Ραβένα. Αυτά περιλαμβάνουν πολλά αρχαία χειρόγραφα από τον Γαληνό , τα οποία αργότερα χρησιμοποιήθηκαν ως παλίμψηστα  (palimpsests, γραμμένα από πάνω). Ο πάπυρος της Βασιλείας θα μπορούσε να είναι μια παρόμοια περίπτωση μεσαιωνικής ανακύκλωσης, καθώς αποτελείται από πολλαπλά φύλλα κολλημένα μεταξύ τους και πιθανότατα χρησιμοποιήθηκε ως δεσμευτικό βιβλίο. Ο άλλος πάπυρος της Βασιλείας Amerbach με λατινική γραφή θεωρείται επίσης ότι προέρχεται από την Αρχιεπισκοπή της Ραβένα. Στα τέλη του 15ου αιώνα, εκλάπη  από το αρχείο και μεταφέρθηκε τελικά από τους συλλέκτες τέχνης ξανά εδώ..

Αξιοποίηση των ψηφιακών ευκαιριών στην έρευνα


Η Huebner έκανε την ανακάλυψη στο πλαίσιο ενός έργου επεξεργασίας που χρηματοδοτήθηκε από το Ελβετικό Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών. Για τρία χρόνια συνεργάζεται με μια διεπιστημονική ομάδα σε συνεργασία με το Εργαστήριο Ψηφιακών Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Βασιλείας για να εξετάσει τη συλλογή παπύρου, η οποία εν τω μεταξύ έχει ψηφιοποιηθεί, μεταγραφεί, σημειωθεί και μεταφραστεί. Η ομάδα του έργου έχει ήδη παρουσιάσει την ιστορία της συλλογής παπύρου μέσω μιας έκθεσης στην πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη το περασμένο έτος. Σχεδιάζουν να δημοσιεύσουν όλα τα ευρήματά τους στις αρχές του 2019.

Ένας εξειδικευμένος συντηρητής παπύρου ήρθε  στη Βασιλεία για να  ξαναγίνει αυτό το έγγραφο ηλικίας 2.000 ετών αναγνώσιμο 
Με το τέλος του έργου επεξεργασίας, η έρευνα για τους παπύρους της Βασιλείας θα τεθεί σε μια νέα φάση. Η Huebner ελπίζει να δώσει πρόσθετη ώθηση στην έρευνα παπύρου, ιδίως μέσω της ανταλλαγής ψηφιοποιημένης συλλογής με διεθνείς βάσεις δεδομένων. Καθώς οι πάπυροι συχνά επιβιώνουν μόνο σε θραύσματα ή κομμάτια, οι ανταλλαγές με άλλες συλλογές παπύρου είναι απαραίτητες. Οι άνθρωποι που αναφέρονται σε ένα κείμενο του πάπυρου της Βασιλείας μπορούν να εμφανιστούν και πάλι σε άλλους πάπυρους στεγασμένα για παράδειγμα στο Στρασβούργο, στο Λονδίνο, στο Βερολίνο ή σε άλλες τοποθεσίες, είναι όμως οι ψηφιακές ευκαιρίες που μας δίνουν τη δυνατότητα να τοποθετήσουμε αυτά τα μωσαϊκά κομμάτια μαζί και πάλι για να σχηματίσουν μια μεγαλύτερη εικόνα.

 " Η Συλλογή Παπύρου της Βασιλείας

Το 1900, το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας ήταν ένα από τα πρώτα γερμανόφωνα πανεπιστήμια και το πρώτο στην γερμανόφωνη Ελβετία που έχει προμηθευτεί μια συλλογή πάπυρου. Εκείνη την εποχή η παπυρολογία ήταν ανεκτίμητη - οι άνθρωποι ήλπιζαν να ανακαλύψουν περισσότερα για την εξέλιξη της πρώιμης Χριστιανοσύνης και να ανακαλύψουν εκ νέου έργα αρχαίων συγγραφέων που πιστεύεται ότι χάθηκαν. Η Ένωση Εθελοντικών Μουσείων της Βασιλείας προέβλεψε 500 CHF για την αγορά του παπύρου, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5.000 CHF σήμερα.

Η τρέχουσα αξία μιας τέτοιας συλλογής παπύρου, ωστόσο, θα ανέρχεται σε εκατοντάδες χιλιάδες. Η συλλογή της Βασιλείας περιέχει 65 έγγραφα σε πέντε γλώσσες από τις Πτολεμαϊκές και Ρωμαϊκές περιόδους και την ύστερη αρχαιότητα. Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής αποτελείται από τεκμηριογραφήματα , τα οποία έχουν κυρίως κοινωνικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό ιστορικό ενδιαφέρον καθώς καταγράφουν την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων πριν από 2.000 χρόνια. Οι περισσότεροι από τούς πάπυρους  της Βασιλείας δεν έχουν δημοσιευθεί και μέχρι στιγμής έχουν αγνοηθεί από την έρευνα. 

Αιδώς στην Αρχαία Ελλάδα

Αιδώς στην Αρχαία Ελλάδα | FoulsCode

Στην ελληνική αρχαιότητα εννοούσαν την αιδώ ως προσωποποιημένη θεότητα, αλλά και ως συναίσθημα, προσωποποίηση της συστολής και της ντροπής. 

Η αιδώς είναι για τους αρχαίους μια έννοια σύνθετη, της οποίας το σημασιολογικό περιεχόμενο δεν μπορεί να αποδοθεί στα νέα ελληνικά με μια λέξη, είναι η ηθικότητα, η ηθική συνείδηση, ο σεβασμός στους άγραφους νόμους, το φιλότιμο, ο αυτοσεβασμός. 

Γενικά εκφράζει το συναίσθημα της ντροπής την οποία νιώθει ο άνθρωπος για κάθε πράξη του που αντιβαίνει στον καθιερωμένο ηθικό κώδικα του κοινωνικού του περιβάλλοντος. 
Αυτή η ντροπή πλησιάζει περισσότερο προς την έννοια του σεβασμού και της σεμνότητας και δεν έχει σχέση με τις ενοχές και τις τύψεις. 
Η θετική ανταπόκριση στις κρίσεις των άλλων εκφράζεται με τη λέξη αιδώς, στην οποία αντιστοιχεί η νεοελληνική ντροπή, ενώ η πράξη που απορρέει από την αιδώ δηλώνεται με το ρήμα αἰδέομαι: «ντρέπομαι, τιμώ κάποιον, τον σέβομαι ευλαβούμαι, δείχνω θρησκευτικό σεβασμό για θεούς, τάφους, όρκους, νεκρούς για ασθενείς ομάδες πληθυσμού, νεαρές παρθένες, γέροντες, ικέτες» ή κατά μία άλλη ερμηνεία προέρχεται από το ρήμα «αίθω», «καίω», είναι δηλαδή μια εσωτερική φλόγα που κάποτε φανερώνεται και στο πρόσωπο σαν κοκκίνισμα. 

Η αιδώς έχει αποτρεπτικό κατά βάση χαρακτήρα. 
Ωστόσο, η λειτουργία της αιδούς δεν είναι μόνο αποτρεπτική αλλά και έμμεσα προτρεπτική, υποδεικνύοντας την εκτέλεση μιας εναλλακτικής πράξης που είναι κοινωνικά αποδεκτή. 

Κατά τον Αριστοτέλη, η αιδώς, δεν ανήκει στις αρετές, αλλά στα πάθη. 
Η Αρετή κατ’ αυτόν, είναι ενεργητική ιδιότης της ψυχής. 

Η Αιδώς όμως είναι παθητική διάθεση της ψυχής, αξία επαίνου, κατέχει θέση ντροπαλότητας, όταν ο άνθρωπος τρέμει μη παρεξηγηθεί. Και ο Πλάτωνας στο έργο του αναφέρει δύο σχετικούς με την αιδώ μύθους. 

Στον Πρωταγόρα αναφέρει ότι ο Ζευς, όταν θέλησε να προλάβει την εξόντωση του ανθρωπίνου γένους, η οποία επέκειτο να γίνει, έστειλε τον Ερμή να εμφυτεύσει στις ψυχές των ανθρώπων την Αιδώ και την Δίκη. 

Στους Νόμους γράφει, πως ο Κρόνος κατά την περίοδο του χρυσού γένους των ανθρώπων έβαλε επόπτες των ανθρώπων τους Δαίμονες, για να εξασφαλίσει την: «Ειρήνη, αιδώ, ευνομίαν, και αφθονίαν δίκης». Στον Όμηρο και τον Ησίοδο παρουσιάζεται ως θεότητα. 
Ήταν μια από τις Ώρες και μητέρα της ήταν η Θέμις και αδερφές της η Ευνομία, η Δίκη, η Ειρήνη και η Νέμεση. 
Ήταν μητέρα της Σωφροσύνης, τροφός της Αθηνάς και σύνεδρος του Δία. 
Η Αιδώς λατρευόταν σ` ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. 
Στην Αθήνα, στην αγορά της Ακρόπολης, υπήρχε βωμός της και έξω από τη Σπάρτη βρισκόταν το άγαλμά της. 

Σύμφωνα με τη μυθολογία το έστησε εκεί ο Ικάριος, ο πατέρας της Πηνελόπης, γιατί η κόρη του σκέπασε σ` εκείνο το σημείο το πρόσωπό της από ντροπή, επειδή προτίμησε να φύγει από κοντά του, ακολουθώντας τον άνδρα της Οδυσσέα.
 Μετά τον γάμο του ζεύγους, ο Ικάριος ικέτευε την κόρη του να μείνει με τον άντρα της στη Σπάρτη, αλλά ο τελευταίος της ζήτησε να διαλέξει ανάμεσα στον πατέρα της και σε εκείνον, που θα έφευγε για την Ιθάκη. 
Η αιδώς ήταν η προσωποποίηση του αισθήματος που ένιωσε η Πηνελόπη. 
Η έκφραση αυτή εντοπίζεται σε παραινετικά κυρίως συμφραζόμενα της Ιλιάδας και διατυπώνεται με σκοπό να δημιουργήσει στους πολεμιστές το αίσθημα ότι θα μπορούσαν να στιγματιστούν δημόσια, αν υποχωρήσουν και δεν παραμείνουν πολεμώντας στο πεδίο της μάχης. 
Επειδή οι ήρωες είναι πάνω απ᾽ όλα άνθρωποι, που προτιμούν τα αγαθά της ειρήνης από τον πόλεμο, χρειάζονται στις κρίσιμες στιγμές την αιδώ, ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της μάχιμης περίστασης. 
Στην Ιλιάδα του Ομήρου συναντούμε τους ήρωες και των δύο στρατοπέδων, να κυριαρχείται η όλη τους μέριμνα από την αποφυγή της Ντροπής, να μην πράξουν κάτι για το οποίο θα ντρέπονται. 
«Γιατί τους κρατούσε η ντροπή και ο φόβος και φωνάζοντας ψύχωναν ο ένας τον άλλο, και προ παντός ο Νέστωρ ο Γερήνιος πάλι, ο φύλακας των Αχαιών... είπε: Φίλοι μου, φανείτε γενναίοι και ντραπείτε τους άλλους» (Ιλιάδα Ραψ. Ο. 657).
 Σε άλλο σημείο της Ιλιάδας ο Νέστωρ υποδεικνύει στον Διομήδη ν’ αποφύγει εκείνη τη στιγμή τον Έκτορα, γιατί όλα έδειχναν την θεϊκή υποστήριξη προς αυτόν. 
Και ο γενναίος Διομήδης μόνο στην ιδέα να χαρακτηρισθεί δειλός, τον πιάνει κρύος ιδρώτας της Αιδούς! 
«Καλύτερα να με σκεπάσει η γη παρά να δώσω το δικαίωμα στον Έκτορα να πει πως τον φοβήθηκα κι έφυγα» (Ιλιάδα Ραψ.Θ΄ 146) 
Έτσι, στην όγδοη ραψωδία της Ιλιάδας, καθώς οι Τρώες έχουν εισορμήσει απειλητικά στο στρατόπεδο των πανικοβλημένων Αχαιών και ο Έκτορας απειλεί να κάψει τα καράβια τους, ο Αγαμέμνονας επιχειρεί να αναπτερώσει το ηθικό των στρατιωτών του επικρίνοντάς τους (Θ 228-235): «Ντροπή [αιδώς], Αργείοι, ρεζίληδες, ομορφονιοί! Πού πήγαν οι καυχησιές σας, όταν λέγαμε πως είμαστε πολύ γενναίοι, αυτές που διαλαλούσατε στη Λήμνο, καυχησιάρηδες, την ώρα που τρώγατε κρέατα πολλά βοδιών που έχουν κέρατα ολόρθα, και πίνατε κρατήρες γεμάτους ως επάνω από κρασί, πως ο καθένας σας στον πόλεμο θα σταθεί αντίκρυ σε εκατό και διακόσιους Τρώες. Τώρα δεν μπορούμε να τα βάλουμε ούτε με έναν, τον Έκτορα, που γρήγορα θα κάψει τα καράβια μας με καυτερή φωτιά».

Ο Αίας ο Τελαμώνιος απευθυνόμενος στους Αχαιούς λέει: «Αγαπητοί μου, φανείτε άνδρες και βάλτε την ντροπή μέσα σας, κι ας ντρέπεστε ο ένας τον άλλον στις σκληρές μάχες. Και μεταξύ των ανδρών που νοιώθουν ντροπή, οι περισσότεροι είναι ζωντανοί παρά σκοτωμένοι, όταν όμως φεύγουν, ούτε δόξα ξεφυτρώνει γι’ αυτούς ούτε καμία προστασία». Εξ άλλου αυτός ο πόλεμος ο Τρωικός ως αιτία είχε και αφορμή την Αιδώ όλων των Αχαιών λόγω της προσβλητικής συμπεριφοράς του Τρώα πρίγκηπα Πάρη. Στην έκτη ραψωδία της Ιλιάδας ο Έκτορας, υποκινούμενος από το αίσθημα της αιδούς αρνείται να υπακούσει στις φρόνιμες συμβουλές της γυναίκας του Ανδρομάχης, που τον προτρέπει (Ζ 407-439), στο όνομα του παιδιού τους και της συζυγικής τους σχέσης, να μην αντιμετωπίσει τους Αχαιούς και τον Αχιλλέα έξω από τα τείχη της Τροίας αλλά μέσα, πάνω στις επάλξεις του κάστρου μαζί με τους συμπολεμιστές του. 

Όμως, για τον Έκτορα η υπεράσπιση της πόλης του σημαίνει να θυσιαστεί πολεμώντας γενναία στην εμπροσθοφυλακή της μάχης, έξω από τα τείχη της Τροίας, γιατί μόνον έτσι θα κερδίσει μεγάλη δόξα. Ο Έκτορας, κατανοώντας τον πόνο της γυναίκας του, υποστηρίζει κατ᾽ αρχάς ότι το συναίσθημα της αιδούς απέναντι στον λαό του, ο οποίος θα μπορούσε να τον θεωρήσει δειλό (κακόν), τον υποχρεώνει να μην υπακούσει στα λόγια της. Όλα τ᾽ άλλα, λέει στη γυναίκα του, είναι για τους κακούς (Ζ 441-446): «Κι εγώ, γυναίκα, τα συλλογίζομαι όλα τούτα, μα ντρέπομαι [αἰδέομαι] φοβερά τους Τρώες και τις Τρωαδίτισσες με τα συρτά φορέματα, να γυρέψω να φύγω μακριά από τον πόλεμο σαν δειλός, 
Ούτε η ψυχή μου το λέει, γιατί έμαθα να είμαι γενναίος και να πολεμώ πάντα μέσα στους πρώτους ανάμεσα στους Τρώες, κερδίζοντας μεγάλη δόξα για τον πατέρα μου και για μένα τον ίδιο». Η απουσία της αιδούς συνεπάγεται τη δικαιολογημένη αποδοκιμασία των άλλων, που παίρνει συχνά τη μορφή του θυμού ή της αγανάκτησης και δηλώνεται ως νέμεσις. 
Η ρηματική ενέργεια της νεμέσεως δηλώνεται με το ρήμα νεμεσσάω< οργίζομαι, θυμώνω>. Ενώ η αιδώς αποτρέπει κατά κύριο λόγο κάποιον από το να ενεργήσει ανάρμοστα σε μια συγκεκριμένη περίσταση, η νέμεσις τον παροτρύνει να προσβάλει όσους στερούνται την αιδώ. Όταν, αντίθετα, κάποιος αισθάνεται ότι με τις ανάρμοστες πράξεις του ενδέχεται να υποκινήσει την οργή (τη νέμεσιν) των άλλων προς το πρόσωπό του, τότε διαθέτει αξιοπρέπεια, φιλότιμο, αιδώ. 
Έτσι, η νέμεσις των άλλων προκαλεί την αιδώ. Η σχέση αιδούς και νεμέσεως είναι συμπληρωματική, γι᾽ αυτό και συχνά στο έπος εμφανίζονται μαζί. 
Ο Ποσειδώνας, όπως προηγουμένως ο Αγαμέμνονας, επιχειρεί να δώσει κουράγιο στους πανικοβλημένους Αχαιούς, καλώντας τους να συναισθανθούν αιδώ και νέμεση (Ν 121-124): {Μόνο βάλτε καθένας σας ντροπή [αιδώ] και φιλότιμο [νέμεση] μέσα σας, γιατί μεγάλη μάχη έχει σηκωθεί κιόλας. Ο βροντόφωνος Έκτορας πολεμά τώρα πια κοντά στα καράβια μας, όλος δύναμη, και έσπασε πόρτες και το μεγάλο σύρτη. } 
Το νεοελληνικό «φιλότιμο» στη συγκεκριμένη περίπτωση σημαίνει ότι οι πολεμιστές οφείλουν στις κρίσιμες στιγμές να συναισθάνονται ότι θα κατηγορηθούν δειλοί, αν δεν ανταποκριθούν στις επιταγές της μάχης. Εξάλλου, τη νέμεση των συμπολεμιστών του φοβάται σε μια στιγμή αδυναμίας ο Μενέλαος, όταν, πάνω από το σώμα του νεκρού Πάτροκλου και υπό την άμεση απειλή του Έκτορα, διχάζεται ανάμεσα σε δύο επιλογές (Ρ 91-95): {Αλίμονο σε μένα, αν αφήσω τα όμορφα όπλα και τον Πάτροκλο, που κείτεται εδώ για τη δική μου την τιμή, φοβούμαι μήπως κανένας από τους Δαναούς, αν τύχει και με δει, θυμώσει [νεμεσήσεται] μαζί μου· αν όμως πάλι, έτσι μόνος που είμαι, πολεμήσω με τον Έκτορα και με τους Τρώες από ντροπή [αἰδεσθείς], μήπως με περικυκλώσουν εμένα τον ένα πολλοί.} Ο ήρωας καλείται στην προκειμένη περίπτωση να διαλέξει ένα από τα δύο: ή να εγκαταλείψει τα όπλα και το σώμα του Πάτροκλου κινδυνεύοντας να δεχθεί την οργή των συμπολεμιστών του (τη νέμεση)· ή από ντροπή προς τους Αχαιούς (αἰδεσθείς) να μείνει στο πεδίο της μάχης, με κίνδυνο όμως να χάσει τη ζωή του. Η αιδώς κατά κάποιον τρόπο επιδιώκει να ματαιώσει τη νέμεση, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση θα μπορούσε να είναι απόλυτα δικαιολογημένη, εφόσον ο νεκρός Πάτροκλος θυσιάστηκε για την τιμή του Μενελάου. Επομένως, η αιδώς δεν αποτελεί μόνο κίνητρο για να εμπλακεί ο πολεμιστής στη μάχη, αλλά είναι και αφορμή υπεράσπισης της τιμής των φίλων του. 
Επειδή η αιδώς μέσω της νεμέσεως λειτουργεί ανασταλτικά στην ανεξέλεγκτη δράση, συνδυάζεται συχνά με αισθήματα, όπως είναι: η έκπληξη, ο θαυμασμός, ο σεβασμός που εμπνέει τον φόβο προς κάποιον ανώτερο, η συμπάθεια ή ο οίκτος, και ο έλεος, κυρίως προς τους «ξένους» και τους ικέτες, που βρίσκονται σε ανίσχυρη θέση και χρειάζονται βοήθεια.
Η αιδώς αποτρέπει τον ισχυρό (οικοδεσπότη ή ικετευόμενο) από το να βλάψει τον ανυπεράσπιστο (ξένο ή ικέτη του)· διαφορετικά ενδέχεται η αφιλόξενη ή ανελέητη συμπεριφορά του να αποκαλυφθεί δημόσια, υποκινώντας την εκδίκηση των θεών. Ο ικέτης από την άλλη μεριά, προκαλεί τον δυνατό να θεωρήσει, συνειδητοποιώντας την αξιοθρήνητη κατάσταση του άλλου (ξένου ή ικέτη), ότι τα ξένα βάσανα θα μπορούσαν να αφορούν και δικούς του, ή να γίνουν και δικά του. Έτσι, αιδώς και έλεος, στα συμφραζόμενα της ξενίας ή/και της ικεσίας, συνιστούν αφορμές για συναισθητική σύγκλιση ανάμεσα στον ξένο/ικέτη και στον ξενιστή/ικετευόμενο - σχέση που, με τα παρεπόμενα ενδεχόμενα της προσφοράς φαγητού, των δώρων/λύτρων και του ύπνου, αποτελεί μια μορφή φιλότητος. Στον πόλεμο της Ιλιάδας όλες οι ικετευτικές εκκλήσεις για αιδώ και έλεος των ανυπεράσπιστων ικετών αντιπάλων (που ανήκουν όλοι στην παράταξη των Τρώων) απορρίπτονται, μαζί με τα προσφερόμενα άποινα, από τους ικετευόμενους, οι οποίοι εξοντώνουν τα ανυπεράσπιστα θύματά τους με ανελέητο τρόπο.
 Στην αρχή του έπους, ενώ όλοι οι Αχαιοί ζητούν από τον Αγαμέμνονα να σεβαστεί (αἰδεῖσθαι, Α 23) τον γέροντα ιερέα Χρύση και τα αμέτρητα λύτρα που προσφέρει για να πάρει πίσω την κόρη του, ο βασιλιάς των Αχαιών διώχνει τον σεβάσμιο γέροντα ικέτη απειλώντας τον με θάνατο. Στον επίλογο της Ιλιάδας το προηγούμενο αρνητικό σκηνικό αντιστρέφεται. Εξάλλου, η απώλεια της αιδούς και του ελέους εκ μέρους του Αχιλλέα υποκινεί τη λύτρωση του ατιμασμένου νεκρού Έκτορα. Πρώτα ο Απόλλωνας, διαμαρτυρόμενος στους ολυμπίους, κατηγορεί τον Αχιλλέα για τον «αναιδή» και ανελέητο τρόπο με τον οποίο προσβάλλει το σώμα του αντιπάλου του, λέγοντας (Ω 44-45): {Έτσι ο Αχιλλέας την έχασε τη συμπόνια [ἔλεον] μέσα του, και ούτε νιώθει ντροπή [αἰδώς], που πολύ ζημιώνει ή ωφελεί τους ανθρώπους.} Λίγο μετά, όταν ο Πρίαμος ικετεύει τον Αχιλλέα να του επιστρέψει τον μονάκριβο, νεκρό του γιο, τον καλεί να σεβαστεί τους θεούς αλλά και, φέρνοντας στη θύμησή του τον δικό του πατέρα Πηλέα, να λυπηθεί τον γέροντα βασιλιά (Ω 503-506): {Όμως σεβάσου [αἰδεῖο] τους θεούς, Αχιλλέα· θυμήσου τον πατέρα σου και λυπήσου [ἐλέησον] εμένα· εγώ είμαι πιο αξιολύπητος [ἐλεεινότερος]· βάσταξα πράγματα, που κανένας άλλος θνητός πάνω στη γη δεν τα βάσταξε ως τώρα, να φέρω στο στόμα μου τα χέρια του ανθρώπου που σκότωσε τα παιδιά μου.} 

Γενικότερα, η αιδώς συντηρεί κάθε είδους φιλότητα (κοινωνική, ακόμη και ερωτική). 
Η έλλειψη της αιδούς οδηγεί κάποιο πρόσωπο στην ύβρη αλαζονική συμπεριφορά, που, καθώς υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια, προσβάλλει την τιμή των άλλων. Η αιδώς είναι μια πολύπλευρη ηθική έννοια που νοείται ως αίσθημα ντροπής, ως αίσθημα προφύλαξης της τιμής του ατόμου μέσα από τον σεβασμό για τον εαυτό του, και ως σεβασμός προς τους άλλους ανθρώπους. Η αιδώς ήταν ένας εσωτερικός μηχανισμός που συγκρατούσε τον άνθρωπο ώστε να μην κάνει το κακό, προκαλούσε συναισθήματα φόβου και ντροπής μπροστά στην προοπτική να κάνει κάτι σε βάρος των άλλων. Το άτομο συναισθανόμενο ντροπή για τις πράξεις του, που παρεκκλίνουν από τα κοινωνικώς αποδεκτά πρότυπα, διαφυλάττει την τιμή και την αξιοπρέπειά του, ενώ παράλληλα εκφράζει μέσω αυτού του αισθήματος και το σεβασμό για τους συνανθρώπους του. Ο σεβασμός προς τους άλλους σημαίνει τόσο την εκτίμηση για τη γνώμη που σχηματίζει ο άλλος άνθρωπος, όσο και την αποφυγή προσβολής ή ενόχλησης του άλλου. Αιδώς - θα λέγαμε τελικά - είναι η ηθική συνείδηση και το ηθικό συναίσθημα, είναι η κυρίαρχη τιμωρός δύναμη όλων των γενναίων ανδρών. Ένας πανάρχαιος άγραφος Νόμος των Ελλήνων, στον οποίον πειθαρχούσαν αγογγύστως όλοι εκείνοι που ένοιωθαν υπεύθυνα άτομα, υπεύθυνοι ηγέτες, άξιοι προς μίμηση.

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Βρέθηκε πήλινη πλάκα που διασώζει 13 στίχους της Οδύσσειας



Κατά την διεξαγωγή της επιφανειακής - γεωαρχαιολογικής έρευνας, στο πλαίσιο του τριετούς ερευνητικού προγράμματος με τίτλο «Ο πολυδιάστατος χώρος της Ολυμπίας», που πραγματοποιείται σε θέσεις γύρω από το ιερό υπό τη διεύθυνση της Δρ. Ερωφίλης-Ίριδας Κόλια, Προϊσταμένης της ΕΦΑ Ηλείας σε συνεργασία με τους καθηγητές...
Franziska Lang, Birgitta Eder, Andreas Vött και Hans-Joachim Gehrke του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και των Πανεπιστημίων Darmstadt, Tübingen και Frankfurt am Mainz, εντοπίστηκε και συνελέγη ένα ιδιαιτέρως σημαντικό εύρημα.




 Συγκεκριμένα, σε θέση παρακείμενη του ιερού της Ολυμπίας με κατάλοιπα της ρωμαϊκής εποχής, βρέθηκε πήλινη πλάκα με εγχάρακτη επιγραφή. Μετά την πρόσφατη ολοκλήρωση της συντήρησής της στο εργαστήριο της ΕΦΑ Ηλείας, διαπιστώθηκε ότι διασώζει 13 στίχους από την ραψωδία ξ της Οδύσσειας (ομιλία του Οδυσσέα στον Εύμαιο) και σύμφωνα με την πρώτη εκτίμησή μας, μπορεί να χρονολογηθεί στη ρωμαϊκή εποχή και πιθανώς πριν από τον 3ο αι. μ.Χ. 



Επισημαίνουμε το γεγονός ότι εφόσον αυτή η προκαταρκτική χρονολόγηση επιβεβαιωθεί κατά τη συστηματική μελέτη της επιγραφής που έχει ήδη αρχίσει, τότε η πήλινη πλάκα θα διασώζει ίσως το παλαιότερο σωζόμενο γραπτό απόσπασμα των Ομηρικών Επών που έχει έρθει στο φως και αποτελεί πέραν της μοναδικότητάς της, ένα σπουδαίο αρχαιολογικό, επιγραφικό, φιλολογικό και ιστορικό τεκμήριο.

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2018

Μνήμες από τις σκλαβωμένες πατρίδες μέσω έργων τέχνης


Το ανάκτορο Ντολμά Μπαχτσέ στην Κωνσταντινούπολη. Στο πρώτο επίπεδο ο Σουλτάνος αναχωρεί με την αυτοκρατορική λέμβο.


Το ανάκτορο Τοπχανέ, στην ομώνυμη συνοικία της Κωνσταντινούπολης. Στα αριστερά το τέμενος του Κιλίτς Αλί Πασά.


Άποψη του Επταπύργιου κάστρου στην Κωνσταντινούπολη.



Ο Πύργος του Λεάνδρου στην Κωνσταντινούπολη. Στο βάθος η συνοικία Καντί Κιόι στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης.


Το Κάστρο της Ευρώπης, στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου.


Πανοραμική άποψη της Κωνσταντινούπολης από το Πέρα. Στο βάρος διακρίνεται η Βοσπόρια Άκρα με το Ανάκτορο Τοπ Καπί, την Αγία Σοφία και το τέμενος του Σουλτάνου Αχμέτ Α΄.


Πλανόδιος πωλητής ζαχαρωτών στην Κωνσταντινούπολη. Στο βάθος ο Πύργος του Γαλατά.



Άποψη της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Στα αριστερά η κρήνη του Σουλτάνου Αχμέτ Γ΄.



Το τέμενος του Σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄στην Κωνσταντινούπολη.


Το τέμενος του Σουλτάνου Σουλεϊμάν Α΄στην Κωνσταντινούπολη από τα ανατολικά.


Άποψη του τεμένους του Σουλτάνου Μεχμέτ Β΄του Πορθητή στην Κωνσταντινούπολη.



Το τέμενος του Σουλτάνου Μπεγιαζίτ Β΄στην Κωνσταντινούπολη.










































Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

Αιμίλιος Βεάκης (1884 Πειραιάς - 1951 Αθήνα)


Γεννήθηκε στον Πειραιά στις 13 Δεκεμβρίου 1884. Το θεατρικό ξεκίνημα της οικογένειας Βεάκη, το βρίσκουμε στον παππού του, ο οποίος εκτός από λόγιος και νομομαθής επιστήμων, ήταν ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. 
Ο πατέρας του Νικόλαος Βεάκης ήταν αντιπρόσωπος του «Λόυδ Τριεστίνο» και η μητέρα του Αιμιλία το γένος Μέξη, ήταν βαρόνη στην Τεργέστη και συνάμα μία από τις πιο φωτισμένες γυναίκες της εποχής της. 
Μουσικός, ποιήτρια, ερασιτέχνης ηθοποιός στην Ιταλία, πέθανε από επιλόχειο πυρετό σαράντα μόλις μέρες από τη γέννηση του γιου της, γι' αυτό και του δώσανε το όνομα της. 
Σε ηλικία 3 ετών, ο μικρός Αιμίλιος χάνει και τον πατέρα του, και ανατρέφεται στα χέρια των θείων του, οι οποίοι τον προορίζουν για διάδοχο τους στο ξυλεμπόριο. Ο Βεάκης όμως από τα πρώτα κιόλας παιδικά του χρόνια, άρχισε να εκδηλώνει τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες, έγραφε ποιήματα, ζωγράφιζε, διοργάνωνε παραστάσεις με τους φίλους του, όπου σ' αυτές ένιωθε και την πιο μεγάλη ικανοποίηση.

 Οι θείοι του παρακολουθούσαν τις εκδηλώσεις αυτές και ανησυχούσαν. 
Εκείνος για να τους καθησυχάσει γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου (έχοντας σαν καθηγητή στη ζωγραφική τον Δημήτρη Χατζή), ενώ παράλληλα φοίτησε και στο Γυμνάσιο (αυτές τις πληροφορίες αναφέρει ο Αρτέμης Μάτσας στο βιβλίο τον «Μεγάλες Θεατρικές Οικογένειες»). 
Βρισκόμαστε στα 1900. 
Η Δραματική Σχολή του «Βασιλικού Θεάτρου» προκηρύσσει εξετάσεις και υποψήφιος τους είναι και ο Αιμίλιος Βεάκης. Καθηγητής του γίνεται ο Θωμάς Οικονόμου. 
Η Σχολή όμως κλείνει μετά από λίγο καιρό και ο Βεάκης βγαίνει αμέσως στα «παλιοσάνιδα της σκηνής» (όπως λέει ο ίδιος στο ημερολόγιο του) σε ηλικία 17 ετών με το θίασο της Ευαγγ. Νίκα στο Βόλο, την άνοιξη του 1901, με την κωμωδία του Σαρντού «Ποιους βάζουμε στα σπίτια μας».
Με τον ίδιο θίασο πρωτοπαίζει στην Αθήνα (13.7.1901) τη φάρσα του Φεντώ «Σαμπινιόλ με το Στανιό» και ξεχώρισε αμέσως στο μικρό μπούφικο ρόλο του, ενός φτωχού δασκάλου με μακριά και αχτένιστα μαλλιά! Το ίδιο καλοκαίρι ετοιμάζονται να ανοίξουν τις αυλαίες τους η «Νέα Σκηνή» και το «Βασιλικόν», και ενώ τον ζητούν και τα δύο θέατρα, εκείνος προτιμάει την επαρχία. Δεκατρία χρόνια παίζει θέατρο επάνω σε πρόχειρα σανίδια, σε πατάρια, στημένα μες σε αυλές και σε καφενέδες. 

Σ' αυτό το «φτωχό θέατρο» θητεύει και αντρώνεται καλλιτεχνικά, ασκώντας το ταλέντο του σε αμέτρητους ρόλους και αυτή η συνεχής αλλαγή του ρεπερτορίου, του διευρύνει τους γνωστικούς του ορίζοντες. Σ' αυτά τα δεκατρία χρόνια, δεν μπορούμε να εξακριβώσουμε με ακρίβεια το θεατρικό του μονοπάτι. 
Το 1901-1902 είναι με τη Μελπομένη Κωνσταντινοπούλου και ερμηνεύει μικρούς ρόλους. 
Ο ίδιος μας βεβαιώνει, πως εργάζεται ως το 1907 στο Μακεδονικό Αγώνα, δίνοντας παραστάσεις που τονώνανε το εθνικό φρόνημα. Σ' αυτή την περίοδο παντρεύεται την ηθοποιό Μαρία Ράμφου, κόρη του ηθοποιού Γιάννη Ράμφου, που όλα τα μέλη της οικογένειας του ήταν επίσης ηθοποιοί. 
Το 1908 περιοδεύει στην Κύπρο και στην Καλαμάτα. Επιστρατεύεται στους πολέμους 1912-13 και παίρνει προαγωγή σε λοχία «επ' ανδραγαθία», όπου και τις εμπειρίες του αυτές καταγράφει στο βιβλίο του «Πολεμικαί εντυπώσεις» (1914). 
Στο πρώτο του κεφάλαιο «ΚΑΤΑ ΤΟΥΡΚΩΝ - Αι πρώται ημέραι» σημειώνει:
ΤΑ ΚΑΜΑΡΙΝΙΑ ΤΟΥ ΒΕΑΚΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΤΟΠΟΥΛΗ ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ.
«Ευρισκόμην μετά του θιάσου μου εις Δράμαν της Μακεδονίας, όταν ο πολιτικός ορίζων της Βαλκανικής ησθάνθη πίσω από τα βαριά σύννεφα, που τον περιτριγύριζαν, τας πρώτας συγκρούσεις των ηλεκτρικών ρευμάτων. Η Βουλγαρία, η Σερβία και το Μαυροβούνι είχαν συμμαχήσει. Μεγάλος λόγος εγίνετο περί προσχωρήσεως της Ελλάδος εις την συμμαχίαν αυτήν αν και πολλά συνετέλουν ώστε να πιστεύεται το εναντίον.
- Η Ελλάς είνε απησχολημένη με την εσωτερικήν της διοργάνωσιν και δεν σκέπτεται να κατέλθη εις αγώνα.
Αυτά είχε δηλώσει ο Βενιζέλος, ο θεός αυτός της Νέας Ελλάδος. Εν τούτοις από ημέρας εις ημέραν τα πράγματα εφαίνοντο καθαρώτερα. Παρά των Βαλκανικών εζητήθη από την Τουρκίαν, η εφαρμογή της Βερολινείου Συνθήκης και η Τουρκία είχεν αρνηθεί. 
Ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΒΕΑΚΗΣ ΣΤΟΝ «ΒΑΣΙΛΙΑ ΛΗΡ» ΤΟΥ ΣΑΙΞΠΗΡ, ΠΟΥ ΠΑΙΧΤΗΚΕ ΣΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟ 1939 
ΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑ.
Ητο μια εποχή που η Τουρκία διευθύνετο από τον τουρκικόν όχλον. Το Σύνταγμα, το οποίον τόσον πρόωρα εδόθη εις έναν λαόν τελείως αμόρφωτον, δεν είχε κάμη άλλο παρά να ανάδειξη δημοκόπους. Οταν η δημοκοπία διευθύνει τας τύχας ενός κράτους, είνε αδύνατον να επικράτηση ποτέ λογική και όταν μία κυβέρνησις στηρίζει την ισχύν της επί του ψεύδους και επι των κολακειών με τας οποίας εσυνήθισε να τρέφη τον φανατικόν και ματαιόδοξον όχλον, είνε αδύνατον εις αυτήν να υπόδειξη εις τον λαόν, την αληθή και ακριβή θέσιν των πραγμάτων. Ο άνθρωπος του λαού της Κραταιάς Τουρκίας, ο τρεφόμενος μόνον με το γάλα του φανατισμού, που τον ποτίζει εν αφθονία, θρησκεία πλημμελής και τρομεραί όσον και γελοίαι παραδόσεις, ο αναγιγνώσκων εφημερίδας από τας οποίας ουδ' επί στιγμήν έλειψεν η κυβερνητική λογοκρισία, θα ήτο φύσει αδύνατον να παραδεχθή μίαν κυβέρνησιν του Ανίκητου Πατισάχ του Αυτοκράτορος των Αυτοκρατόρων, υποχωρούσαν προ των απαιτήσεων των κρατιδίων του Αίμου, χωρίς να φαντασθή, την κυβέρνησιν αυτήν αναφανδόν προδίδουσαν. Αλλά και οι επί της καθαρός δημοκοπίας στηρίξαντες την ισχύν και δημοτικότητα των κυβερνήται, δεν ήτο επίσης δυνατόν να παραδεχθούν μίαν τοιαύτην κρίσιν του λαού των επί της πολιτικής των».
Ο ΒΕΑΚΗΣ ΣΕ ΜΙΑ ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ Ο «ΠΡΙΝΚΙΨ ΤΟΥ ΧΑΜΠΟΥΡΝΚ» ΠΟΥ ΑΝΕΒΗΚΕ ΤΟ 1938.
Ο Αιμίλιος Βεάκης είναι ηθοποιός με διαμορφωμένη πολιτική συνείδηση και γνήσια ελληνικότητα. Η προσωπικότητα του πλάθεται μέσα στη γενικότερη δυναμική του περίγυρου. Στην αγωνία του τόπου του και των ανθρώπων. Το βιβλίο του κλείνει με έναν ύμνο για την Ελλάδα και το καθήκον που πρέπει να έχει κανείς για την Πατρίδα. «...Και όμως δεν υπάρχει τίποτα γλυκύτερον από την συναίσθησιν της ευσυνείδητου εκπληρώσεως του ιερού της Πατρίδος καθήκοντος. Ολα τα βάσανα, οι πίκρες, οι πόνοι μιας εκστρατείας περνούν και ξεχνούνται, και τίποτε άλλο δεν μένει στον πολεμιστή, παρά η συναίσθησις αυτής της εκπληρώσεως του ιερωτέρου των καθηκόντων του, και η ανάμνησις των προσφιλών μορφών των συμπολεμιστών του, των συντρόφων του της εκστρατείας, τους οποίους δεν δύναται πλέον να απόσπαση από το πνεύμα του και οι οποίοι του φαίνονται σαν μια άλλη του οικογένεια, που προσωρινώς έχει αποχωρισθή και πολύ γρήγορα θα ξαναρθή...». (αρχεία Π. Βεάκη) Το καινούργιο ξεκίνημα του άρχισε στην Αθήνα με το θίασο Τηλ. Λεπενιώτη - Χριστ. Καλογερικού με το έργο του Ηλ. Βουτιερίδη «Πολιτική που σκοτώνει» (7.7.1914). Επαιξε στο πρώτο έργο του Πιραντέλλο, που ανεβάστηκε για πρώτη φορά, το μονόπρακτο «Η Μέγγενη». Πρωτεϊκός καλλιτέχνης, ανεβοκατεβαίνει όλη την κλίμακα της θεατρικής Τέχνης με την πείρα και την ευλυγισία του πιο εξοικειωμένου ηθοποιού. Το 1915-16 συνεργάσθηκε με τη Μαρίκα Κοτοπούλη στα έργα «Παναγιά η Κατηφορήτισσα» του Χορν, «Ιουδήθ» του Χέμπελ, «Μήδεια» του Ευριπίδη και «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ (σε σκηνοθεσία Θ. Οικονόμου). Το 1917-18 έπαιξε με την Κυβέλη στο έργο «Ανθή» του Αντρέγιεφ. Η υποκριτική του τέχνη φτάνει να είναι πάνω από όλα πνοή, ένα ωρίμασμα, μια εξέλιξη και ανύψωση, που του έδωσε την ικανότητα να αναδυθεί από το σκοτάδι στ' αστραφτερό φως. Αλλά την οριστική καθιέρωση του ως ο «πρώτος τραγωδός» της εποχής του, θα την αποκτήσει το 1919, στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή, που παρουσιάζει η «Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου», με σκηνοθεσία του Φώτου Πολίτη.
Στον επώνυμο ρόλο, ο Βεάκης, κινώντας μια διαδικασία αυτό-αποκάλυψης, γυρίζοντας πίσω και φτάνοντας ως το υποσυνείδητο, συγκλονίζει το ακροατήριο. Εδώ μιλάμε για υπέρβαση ορίων, για αναμέτρηση σε μια διαδικασία αυτογνωσίας, για ένα παθητικό θάρρος να αποκαλύπτεις τον εαυτό σου και να τον κάνεις να αναδύεται από μέσα σου. Με αυτή την «ανάδυση απ' τα βάθη του εαυτού του» ο Αιμίλιος Βεάκης συνοψίζει τη βαθύτερη αποστολή του. Το 1920 έδωσε παραστάσεις στη Σμύρνη με το έργο «Αρλεκίνος Βασιλιάς» του Λοτάρ και αποθεώθηκε. Πρωταγωνίστησε στα έργα «Αδελφοί Καραμαζώφ», «Εμπορος της Βενετίας», «Αθλιοι», «Ο Επιθεωρητής» «Πατρικό σπίτι», του Δάφνη, «Ο Θάνατος του Περικλέους», του Κορομηλά, ενώ ανέβασε και ένα δικό του έργο «Πλάι στον αρχηγό». Τον επόμενο χρόνο εμφανίστηκε με την Κυβέλη στην «Επίθεση» του Μπερνστάιν, «Ανθή» και «Ανάσταση» του Τολστόι. Με προσωπικό θίασο ανέβασε για πρώτη φορά το «Φυντανάκι» του Χορν (1921), ενώ με αφορμή το δράμα «Κατακτητές» η εφ. «Αθήναι» τον χαρακτηρίζει ως τον «μεγαλύτερο καλλιτέχνη της ελληνικής σκηνής». Ο Αιμίλιος Βεάκης στα 35 του χρόνια είναι υπεύθυνος δάσκαλος και συμμετέχει στις αγωνίες των μαθητών του. «... Πρώτη έρχεται η σπουδή... σε όποια τέχνη. Γιατί δεν κάθεστε να φτιάχνετε... εκατό, διακόσια χρόνια μικρά σκίτσα χαρακτήρες δίχως ορισμένη υπόθεση, δίχως έργο... Πάνω σε μια φανταστική, αποσπασματική δράση... ίσα για να τους δείτε ν' αναπνένε να κινούνται, να ζητάνε να ξετυλιχθούνε. Και τότε θα βγει μονάχο του το σχέδιο και το μέτρημα του (Σ. Μακρής, Ν. Εστία από το Βιβλίο του Π. Κυπαρίσση «Βεάκης-Για την ιθαγένεια στην υποκριτική»). Με τον Χριστ. Νέζερ και την Σωτ. Ιατρίδου, ο Βεάκης επιχειρεί περιοδείες. Συνεργάζεται με την Κυβέλη (1924, 1925, 1928) και με την Κοτοπούλη (1925, 1926, 1927). Βαθύς και οργανωμένος στοχαστής, ποιητής της ομορφιάς δημοσιεύει το 1926 τα πρώτα του ποιήματα με τίτλο «Τραγούδια της αγάπης και της ταβέρνας». Δίνεται στο θέατρο έως θανάτου, κυριολεκτικά. Ο ιστορικός Ν. Λάσκαρης στη Ν. Εστία αναφέρει ένα σημαντικό επεισόδιο της θεατρικής του ζωής. «Με δικό του θίασο στο Χαρτούμ, στα 1930, ανεβάζοντας Οιδίποδα Τύραννο, ο Βεάκης αρρωσταίνει. Παρά τις συστάσεις του γιατρού παίζει στην παράσταση με ενέσεις μορφίνης και ακατάσχετη αιματουρία. Και ενώ παίζει, τα σανίδια της σκηνής βάφονται με το αίμα του...».
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΕΠΙ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΒΕΑΚΗ, ΣΤΟ Α' ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ. ΣΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, Ο ΗΘΟΠΟΙΟΣ Κ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΑΤΡΑΝΘΡΩΠΟ. ΔΙΠΛΑ ΤΟΥ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΕΚΛΙΠΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΓΙΟΙ ΤΟΥ.
 Το 1931 σχηματίζει θίασο με την Κατίνα Παξινού και τον Αλέξη Μινωτή, ανεβάζοντας τον «Πατέρα» του Στριντμπεργκ και συνεχίζει με το «Πόθοι κάτω από τις λεύκες» του Ο' Νηλ, με τον «Θείο Βάνια» του Τσέχωφ και με τα «Σπασμένα φτερά» του Μπόγρη. Η επαναλειτουργία του Εθνικού Θεάτρου (1932) δίνει στον Αιμίλιο Βεάκη την ευκαιρία να υποδυθεί τους κορυφαίους ρόλους της ζωής του. Η δεκαετία 1932-1942, στάθηκε η εποχή της καλλιτεχνικής του ωριμότητας. «Αγαμέμνων» του Αισχύλου, «Ιούλιος Καίσαρας» του Σαίξπηρ, «Αμαξα» του Μεριμέ, «Αννα Κρίστυ» του Ο' Νηλ, «Δαντών» του Μπύχνερ, «Μπόρκμαν» του Ίψεν, «Οθέλλος», «Οιδίπους», «Φυντανάκι», «Ταπεινοί και Καταφρονεμένοι», «Κύκλωψ» του Ευριπίδη, «Του φτωχού τ' αρνί» του Τσβάιχ, «Ιβάν ο τρομερός», «Δωδέκατη Νύχτα» του Σαίξπηρ, «Ο Επιθεωρητής», «Αρραβωνιάσματα» του Μπόγρη, «Ρωμαίος και Ιουλιέττα», «Πριν από το Ηλιοβασίλεμα» του Χάουπτμαν, «Κατά φαντασίαν ασθενής» του Μολιέρου και «Αμλετ» του Σαίξπηρ. Το 1938 πραγματοποιεί το παλιό όνειρο του ερμηνεύει τον «Βασιλιά Ληρ» με ανεπανάληπτο μεγαλείο, συντριβή και απόγνωση. Εμπνευσμένος δημιουργός, μέσα από το σοκ και το ρίγος, απορρίπτοντας τις καθημερινές μάσκες και τους μανιερισμούς, χωρίς τίποτα να κρύβει, εμπιστεύεται τον εαυτό του σε κάτι που πλησιάζει την «αγιότητα», ίσως και το στεφάνι του θείου Πάθους, τοποθετημένο στα άσπρα του μαλλιά να μην είναι μια τυχαία επιλογή. Στη διάρκεια της Κατοχής, αναγκάζεται να αποχωρήσει από το Εθνικό Θέατρο, αφού πρώτα ερμηνεύει τον Οιδίποδα Τύραννο, στο Ηρώδειο (17.7.1941). Τότε συνεργάζεται με την Κατερίνα Ανδρεάδη («Καίσαρας και Κλεοπάτρα» του Σω, «Σουπιά» του Μπαλζάκ και «Φαμπρ 1942», «Σχολείο γυναικών» του Μολιέρου, 1943). Συγκροτεί θίασο με τη Βάσω Μανωλίδου, τον Γ. Παππά και τον Ν. Δέντρωμα («Θαμπά τζάμια» της Όλγας Πριτελάου 1943, «Νειάτα» του Μαξ Χάλμπε, «Αγαπητικός της Βοσκοπούλας», 1944), ενώ συνεργάζεται πάλι με την Κατερίνα Ανδρεάδη και πρωταγωνιστεί στα έργα «Κυρία δε με μέλει» του Σαρντού, «Μάγδα» του Σούντερμανν και «Μις Μπα» του Μπεζιέρ. Τα χρόνια που ακολουθούν είναι δύσκολα. Ο Αιμίλιος Βεάκης χάνει τη θέση του καθηγητή στο Ωδείο Αθηνών, το μοναδικό πόρο της ζωής του, διώκεται και ταπεινώνεται. Μετά τα Δεκεμβριανά του 1944, ακολουθεί το ΕΑΜ στην υποχώρηση του και δίνει παραστάσεις στις πόλεις που περνά. Πολύτιμος συμπαραστάτης της ζωής του είναι η ηθοποιός Σμαράγδα Μπόλλα, η δεύτερη σύζυγος του, την οποία και λάτρεψε. Το ποίημα του «Πιστή Ρεβέκκα», το αφιέρωσε στη λατρευτή σύντροφο της ζωής του.

Είσαι το φως κ' η Αλήθεια μου η πιστή. / Κλείνω τα μάτια κ' έρχομαι κοντά σου. / Στην όχτη φέρε με, στην άμμο τη ζεστή / που αργοκυλούν τα νάματα. // Και στης Αγάπης τον Ιορδάνη, έλα εσύ, / τη λέπρα της κακίας να μου πλύνεις / απ' την ψυχή, με την υδρία σου τη χρυσή / χύνοντας το νερό της Καλωσύνης!

Καρποί της σχέσης του Αιμίλιου Βεάκη με τη Σμαράγδα, είναι τα τρία τους παιδιά, η Μαρία, ο Γιάννης και ο Δημήτρης, που αργότερα κληρονομούν τη δημιουργική τέχνη του πατέρα τους και ακολουθούν το θεατρικό μονοπάτι. Το καλοκαίρι του 1945 συνεργάζεται με τους «Ενωμένους Καλλιτέχνες», και τον επόμενο χρόνο στο θέατρο «Βρεττάνια» με τον Γ. Παππά. Το 1947, λυπημένος και κουρασμένος από τις διώξεις, αποσύρεται από τη σκηνή, και ζητεί τη σύνταξη του. Του απονέμεται μια φτωχή σύνταξη «λόγω γήρατος»... Παράλληλα με τη θεατρική του σταδιοδρομία, ο Αιμίλιος Βεάκης έχει παίξει στις ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου «Το λιμάνι των δακρύων», «Αστέρω» (1929), «Η Φωνή της καρδιάς» (1942) και αργότερα τα «Αρραβωνιάσματα» (1949). Οι συλλογές ποιημάτων του - Τραγούδια της αγάπης και της ταβέρνας— Δερβενοχώρια, τα πεζά έργα του, Πολεμικές Εντυπώσεις 1912-13 - Παράσιτα και τα θεατρικά του έργα —Πλάι στον αρχηγό η Ρηνούλα - Επτά εκατομμύρια εισόδημα - Ζητώντας πρωταγωνίστρια, καθώς και η θεατρική διασκευή - Ταπεινοί και καταφρονεμένοι, θεωρούνται πλουσιότατο πνευματικό υλικό. Το 1949, γεμάτος ορμή διακόπτει την πενιχρή σύνταξη του και εμψυχώνει το νεανικό «Ρεαλιστικό θέατρο», αρχίζοντας με το έργο «Νυφιάτικο τραγούδι» του Περγιάλη, συνεχίζει με το «Χρυσάφι» του Ο' Νηλ και το «Σχολείο Γυναικών» του Μολιέρου. Ο Θεοτοκάς, στη δεύτερη διεύθυνση του τον ξαναφωνάζει στο Εθνικό Θέατρο. Παίζει στη «Δάφνη Λωρεόλα» του Μπράιντι και τους «Τρεις κόσμους» του Δίον. Ρώμα. «Ηθελε να πεθάνει στη σκηνή. Το έλεγε και το ξανάλεγε αυτό, όταν έπαιζε στη "Λωρεόλα"». Ηθελε να τον βρη ο Θάνατος εκεί, όταν έκλεινε η αυλαία. Και κάθε φορά μου έλεγε λυπημένος: Δεν πέθανα ούτε σήμερα...» (Κυβέλη, Επιθεώρηση Τέχνης). Στις 13 Μαίου 1951 παίρνει μέρος στην εναρκτήρια θεατρική εκπομπή του ραδιοφώνου και ερμηνεύει την τελευταία σκηνή του «Οιδίποδα Τυράννου» και το «Κύκνειο άσμα» του Τσέχωφ. Ενα μήνα αργότερα, στις 29 Ιουνίου 1951 ο Αιμίλιος Βεάκης πεθαίνει από εγκεφαλική συμφόρηση και αφήνει τη σκηνή, που πάνω σ' αυτήν περπάτησε με την απλότητα και την ταπεινοφροσύνη των αγίων. Εάν κεντρικά στοιχεία των μυητικών τελετών είναι ο πλασματικός θάνατος και η πνευματική αναβίωση του μύστη που «πεθαίνει» στην παλιά του κατάσταση κι ανασταίνεται σε μια υψηλότερη σφαίρα, τότε αυτή τη μυητική αναβίωση στο χώρο της θεατρικής Τέχνης, τη σημαδεύει με τα λόγια του ο Αιμίλιος Βεάκης: «Η Τέχνη είναι εβδομήντα στα εκατό μελέτη... δεν μπορούμε να τα φορτώνουμε όλα στο ταλέντο και στην έμφυτη δεξιοτεχνία. Είμαι εξήντα επτά χρονών και τα πενήντα τα πέρασα πάνω στο σανίδι...

Κι όταν παίζω και τον πιο μικρό ρόλο, κάθομαι μερόνυχτα και τον δουλεύω σα να πρωταρχίζω... ώσπου να τον νιώσω μέσ' στο αίμα μου». (Αιμ. Βεάκης, Ν. Εστία, από αυτήκοο μάρτυρα Σ. Μακρή)

Orson Bean: Η μαύρη λίστα του μακαρθισμού δεν είναι τίποτα μπροστά στο κυνήγι μαγισσών που έχει εξαπολύσει η αριστερά σήμερα

Ο θρυλικός Αμερικάνος κωμικός ηθοποιός  Orson   Bean  - πεθερός του αείμνηστου  Andrew   Breitbart  - περιέγραψε τις σύγχρονες εκστρατε...