14 προτάσεις για τη γλώσσα και την ποιητική του Οδυσσέα Ελύτη


 1.Από γλωσσική και μορφική, όπως κι από θεματική άποψη, διαπιστώνουμε στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, από συλλογή σε συλλογή, έναν εμπλουτισμό, αφού τα ποιήματα της κάθε ενότητας παρουσιάζουν έναν ιδιαίτερο γλωσσικό, συντακτικό και, τελικά, μορφικό και θεματικό πλούτο, όπως και παράλληλα μια «διαφοροποίηση», μια μετεξέλιξη σε σχέση με τις προηγούμενες ενότητες. Πράγματι, πιστεύω ότι ο ποιητής, διατηρώντας βέβαια πολλές από τις στυλιστικές σταθερές της ποιητικής του, αφομοιώνει και μετεξελίσσει μια ξεχωριστή επινοητικότητα, ένα σχετικά καινούργιο γλωσσικό υλικό, καθώς «πειραματίζεται» συχνά δοκιμάζοντας διάφορους συντακτικούς και δομικούς «τρόπους». Συνέχεια και ανατροπές συνυπάρχουν, καθώς και από κατασκευαστική άποψη, οικονομία και συνοχή με μια δυναμική που οδηγεί στη μετατροπή και στο μετασχηματισμό των δομικών υλικών, στη φάση γραφής κι επεξεργασίας των ποιημάτων.
2
Η μακριά πορεία, από τη γραφή των χρονολογικά πρώτων ποιημάτων των «Προσανατολισμών» ως τα πιο πρόσφατα γραμμένα «Ελεγεία της Οξώπετρας», δεν μπορεί να φαίνεται πραγματικά φυσική παρά στον ίδιο τον ποιητή και σε όσους από τους αναγνώστες του είναι σε θέση ή μπαίνουν στον κόπο να μελετήσουν και να κατανοήσουν ουσιαστικά αυτές τις «διαφοροποιήσεις» και τις μετατροπές στη «βαθιά δομή» της γλώσσας των ποιημάτων, τις αλλαγές προοπτικής και τις μετατοπίσεις πεδίου από συλλογή σε συλλογή.
3
Ο κάθε φορά καινούργιος γλωσσικός τόπος, κάθε νέας ποιητικής περιόδου, που απέχει πάρα πολύ από τους «κοινούς τόπους» της επικοινωνιακής, χρηστικής γλώσσας, διαθέτει το ιδιαίτερό του εύρος και βάθος, ανάλογα με την αφομοίωση και την επεξεργασία που έχει υποστεί. Πολλές φορές, μια αρχική ετερογένεια στα γλωσσικά στρώματα που χρησιμοποιεί ο Ελύτης, ξεπερνιέται χάρη στην ενοποιητική και κατασκευαστική δεινότητα του ποιητή.
Ο Οδυσσέας Ελύτης στην Αμμόχωστο, στο ταξίδι του στην Κύπρο το 1971.
4
Ο Οδυσσέας Ελύτης κατέκτησε, με την πολύχρονη και πολύμοχθη ποιητική εργασία του, το «προνόμιο» - ενώ κράτησε ζωντανά σε ποιήματά του αρκετά υπερρεαλιστικά στοιχεία - ακόμη και όταν αποσπάσθηκε από τον υπερρεαλισμό, να «ελκύεται» - αφομοιώνοντάς τους κιόλας δημιουργικά - από τους αρχαϊκούς ποιητές (Σαπφώ, Πίνδαρος, κ.ά.), τους προσωκρατικούς φιλοσόφους, τον Αισχύλο, τον Νοβάλις, τον Χέλντερλιν, τον Σολωμό, τον Κάλβο, τον Μαλαρμέ, κ.ά., και να καταφέρνει ν’ αποκωδικοποιεί με σχεδόν φυσικό τρόπο αυτά τα τόσο μυστηριώδη σήματα που δέχεται από τόσο διαφορετικούς κόσμους.
5
Σε καμιά σχεδόν περίπτωση η ποίηση του Ελύτη, τόσο σταθερά και ουσιαστικά βασισμένη στο γλωσσικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας και στην επεξεργασία του, δεν παίρνει το χαρακτήρα μιας «αναβάπτισης» στο χαώδες σύμπαν - τη σκοτεινή πλευρά - της γλώσσας: Οι «ταχύτητες της σκέψης», που ξεπερνούν τις «ταχύτητες της γλώσσας» και τις συναγωνίζεται η ευλυγισία και η γοργότητα της γραφίδας πάνω στο παρθένο - λευκό κενό - διάστημα της σελίδας, ποτέ, σχεδόν, δεν αμφισβητήθηκαν στο έργο του από το άλεκτον, το άναρθρον, το άρρυθμο, γραμμένα (σαν τέτοια) με ασυνέχειες, αποσπασματικότητα και βίαιες «μορφικές εξαρθρώσεις ή αναδιαρθρώσεις».
6
Η γλωσσική ένταση και κάποια συντακτική αναστάτωση που δημιουργούν οι υπερρεαλιστικού τύπου αντιπαλότητες και συγκρούσεις ως και στο επίπεδο ακόμη της «βαθιάς δομής» και της γλωσσικής θεμελίωσης-σύστασης των ποιημάτων του, οι παράδοξες επιμειξίες και οι απροσδόκητες (από συντακτική άποψη) συζεύξεις, αποτελούν, σε τελική ανάλυση, έναν τρόπο προφύλαξης - τον καλύτερο ίσως - απέναντι σ’ αυτό ακριβώς το γλωσσικό χάος, το άναρθρο που η ίδια η σκέψη δεν καταφέρνει να «καταλάβει».
7
Το φαινόμενο αυτό σημαίνει ακόμη, πιο γενικά, μια απόπειρα «ποιητικού εξορκισμού» του χαώδους φυσικού κόσμου, μια προσπάθεια, μέσα από ένα είδος ενδοσκόπησης και διαφώτισης του εσωτερικού μακρόκοσμου, να κατανοηθεί βαθιά η φύση. Αυτή η προσπάθεια έχει ήδη γίνει και κατέληξε σε μια πολύπλευρη συμμαχία με τη φύση, που αποδίδεται στο έργο του με όλους τους δυνατούς τρόπους του λεκτικού ιδιώματος, όσοι, τουλάχιστον,
Ο Οδυσσέας Ελύτης στη Ζάκυνθο, το 1980.
αντιστοιχούν στην πολύ προχωρημένη αισθητική του ποιητή. Το αντίμαχο χάος, βέβαια - κι αυτό είναι το παράδοξο - αντανακλάται κι αφήνει κάποια χνάρια του πάνω στους γλωσσικούς σχηματισμούς που προέκυψαν από τις ποιητικές διαδικασίες εξορκισμού, θωρακισμού και προφύλαξης, που λειτουργούν απέναντι του.
8
Το άλεκτον ή το άναρθρο οφείλουν, για να γραφούν με ευκρίνεια στην ποίηση του Ελύτη, ν’ αποκτήσουν, ανάλογη με το λεκτόν και το αρθρωμένο, αναγνωρισιμότητα και σημαντικότητα, μετά μια έντονη και υψίστης σημασίας ποιητική εργασία με τη γλώσσα, ένα ιδιότυπο έργο γλώσσας.
Ο ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Ελύτης. Σχέδιο του Γιάννη Τσαρούχη, 1940.
9
Η φύση - από ελκυστικά επικίνδυνη που φαίνεται να υπάρχει μέσα από τη διαλεκτική του φωτός που την «γράφει» στις αντιθέσεις και τις αντινομίες της και δεν εξορίσει, αλλά, όλο και δραστικότερα, «καταδείχνει το σκότος» - μπορούμε να πούμε ότι καταγράφεται «εξανθρωπισμένη»: Με λέξεις, «χειρονομίες», «νεύματα», αρμονίες ήχων, ιδιότυπες σημάνσεις, «ανοίγματα» και ρήξεις ρυθμών. Όλες αυτές οι ιδιομορφίες αποτελούν, κατά κάποιο τρόπο, τους απαραίτητους κι απαράβατους ποιητικούς όρους της, που θεσμοθετεί ο ποιητής σε αρμονία και συμμαχία μαζί της, με την εν δυνάμει συνεργία και του αναγνώστη.
10
Η σύνταξη - οι συντακτικοί μηχανισμοί της γραφής - στην ποίηση του Ελύτη διαφυλάσσεται, με την πρωτοτυπία και την ευλυγισία της, από του να ταυτιστεί με μια οποιαδήποτε τάξη πραγμάτων, πέρα από την καθαρά ποιητική τάξη. Αυτό κάνει το έργο του ιδιαίτερα ανθεκτικό απέναντι στους διαβρωτικούς ιδεολογηματικούς λόγους, κυρίαρχους ή και περιθωριακούς, και στις τόσο συχνές ιστορικές διαστρεβλώσεις και παραμορφώσεις.
11
Η επικοινωνία, με τους νόμους που την διέπουν, δοκιμάζεται αλλά δεν αμφισβητείται ολότελα στα ποιήματα του Ελύτη, κι εκεί ακόμη όπου ξεπερνιέται ή δυσκολεύεται αληθινά από το μη αναγνώσιμο κι αναγνωρίσιμο, από μια δυσκολοανάγνωστη καταγραφή του αγνώστου. Αυτό αποτελεί τελικά μια απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια την ποιητική διαδικασία, για τη μουσική κλιμάκωση του λόγου. Ωσάν το ιδιαίτερο, το προσωπικό και το εκκεντρικό ακόμη να χρειάζονται την υποστήριξη και την ώθηση του γενικού, του κοινού και του ίδιου του κέντρου, για να υπάρξουν σαν εξαιρετικές, αλλά απαραίτητες μεταμορφώσεις τους.
12
Ο δοξαστικός ή ο ελεγειακός τόνος που συναντάμε στο «Αξιόν Εστί» ή στα «Ελεγεία της Οξώπετρας», αντιστοίχους, ξεφεύγουν από τις κλασικές έννοιες και τους όρους: η περίτεχνη δόμηση των ποιημάτων, με την πλούσια διακειμενικότητά τους, τις περίπλοκες αλύσσους των σημαινόντων και τα δίχτυα «οικονομικής οργάνωσης» της σημασίας, συντελούν φυσικά και στη μετατροπή και τη μεταμόρφωση και του μονοσήμαντου χαρακτήρα των διαφόρων κλασικών «στυλιστικών μορφών» -δανειζόμαστε την έννοια από τη ρητορική-, καθώς και ενός οποιουδήποτε ποιητικού τόνου.
13
Στη «Μαρία Νεφέλη» (με τη διαλογική της παραπληρωματικότητα και την παρωδιακή χρήση των μύθων) ή στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» και, μερικά τουλάχιστον, στο «Μικρό Ναυτίλο» ή στα «Ελεγεία της Οξώπετρας», που μοιάζουν με περίτεχνες ποιητικές σκηνοθεσίες ξανά γραμμένων αποσπασμάτων από έργα που αποκτούν έτσι μια καινούργια σημασία, η γλώσσα του κρατάει τις διακυμάνσεις, τις εντάσεις και τη δυναμική της, αλλά αποφεύγει την υπερφόρτιση, τις έντονες αντινομίες και την «παραφορά».
14
Στα ώριμα έργα που αναφέραμε προηγουμένως, σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι πριν η γλώσσα του Ελύτη φαίνεται ότι αναβαπτίζεται δημιουργικά μέσα στην κοινή γλωσσολαλιά, τη βάρβαρη, αεικίνητη, αλλά και ταπεινή καθημερινή γλώσσα, με όλες τις ιδιομορφίες και τις ιδιαιτερότητές της. Από αυτήν αντλεί τους πόρους του: λέξεις, εκφράσεις, υπονοούμενα, αμφισημίες, συντακτικούς και δομικούς τρόπους, τη δύναμη τελικά που την αλλάζει, ξεπερνώντας την και δίνοντας στο πλούσιο γλωσσικό υλικό, που αφομοίωσε, ρυθμό και κατευθύνσεις

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Oi λόγοι της δημιουργίας του κρατους των ΣΚΟΠΙΩΝ

Γιατί δεν υπάρχουν «Σλαβομακεδονική» γλώσσα και «Σλαβομακεδόνες»

Αιδώς στην Αρχαία Ελλάδα