Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Το σεξ στο Βυζάντιο & άλλες μπερδμένες καταστάσει


Ομοφυλοφιλικά / Ευνούχοι, κερατάδες και Πηνελόπες 
Κτηνοβασίες / «Αναπαρθενεύσεις»

Πώς τιμωρούσαν τους παιδεραστές, τους κίναιδους και τους κτηνοβάτες.

Οι μοιχαλίδες κλείνονταν σε μοναστήρια και ο απατημένος έπαιρνε όλη την περιουσία τους...

Ομοφυλοφιλικά

Ο τρόπος ζωής των Βυζαντινών και οι περί ηθικής αντιλήψεις τους είχαν στο επίκεντρο την εγκράτεια. Γι’ αυτό καυτηριαζόταν με πολύ σκληρό τρόπο το πάθος της παιδεραστίας και της ομοφυλοφιλίας, το οποίο θεωρούνταν δαιμόνιο, και μάλιστα το αισχρότερο όλων. Κατά τους Βυζαντινούς τα είδη της «αρσενοκοιτίας» ήταν τρία: το πρώτο και ελαφρότερο ήταν «το παρ’ άλλων παθείν», το δεύτερο και βαρύτερο «το ποιήσαι εις έτερον» και το τρίτο και βαρύτατο «το παθείν παρ’ ετέρου και ποιήσαι εις έτερον». Υπήρχε μάλιστα και σχετική παλαιά παροιμία, η εξής: «Καλύτερα να κρύψει κανείς πέντε ελέφαντες υπό μάλης παρά έναν κίναιδο». Στην ίδια λογική κινούνταν και η αντίληψη ότι αν συναντούσε κανείς πρωί κίναιδο στον δρόμο, ήταν κακός οιωνός. Τέλος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλάει για αρσενικοθήλυκους άντρες, που δεν ήταν ούτε άντρες ούτε γυναίκες, αλλά άντρες για τις γυναίκες και γυναίκες για τους άντρες.


Ευνούχοι, κερατάδες και Πηνελόπες 

Στο Βυζάντιο υπήρχαν πολλοί αδίστακτοι έμποροι ανθρώπων, οι οποίο γυρνούσαν στα χωριά και είτε αγόραζαν μικρά κορίτσια από τους γονείς τους είτε παραπλανούσαν όμορφες νέες με παχυλές υποσχέσεις. Ο Λέων ΣΤ’ με νόμο επέτρεψε στους ευνούχους να υιοθετούν παιδιά, αφού δεν μπορούσαν να έχουν δικά τους, ενώ με άλλη διάταξή καταπολέμησε τον ευνουχισμό. Ο Λέων Στ’ θέσπισε επίσης νόμο σύμφωνα με τον οποίο, στη σύζυγό που διέπραττε μοιχεία επιβαλλόταν ο εγκλεισμός της σε μοναστήρι και την περιουσία της την έπαιρνε ο απατημένος σύζυγος. Με βάση άλλη νομοθετική διάταξη του Λέοντα ΣΤ’, η σύζυγος αιχμαλώτου δεν μπορούσε να παντρευτεί άλλον άντρα, αλλά όφειλε να περιμένει την επάνοδο του συζύγου της από την αιχμαλωσία. Ακόμα, καταργούνταν οι παλλακίδες.


Στο Βυζάντιο υπήρχαν πολλοί αδίστακτοι έμποροι ανθρώπων, οι οποίο γυρνούσαν στα χωριά και είτε αγόραζαν μικρά κορίτσια από τους γονείς τους είτε παραπλανούσαν όμορφες νέες με παχυλές υποσχέσεις.


Κτηνοβασίες 

Διαστροφή στο Βυζάντιο θεωρούνταν φυσικά και η κτηνοβασία, τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες. Η πολιτεία θεωρούσε τους κτηνοβάτες λεπρούς, δηλαδή ηθικά μολυσμένους και επέβαλλε σκληρές ποινές. Στα «Βασιλικά» (νόμοι των Μακεδόνων) αναφέρεται ρητά: «Οι αλογευόμενοι (κτηνοβάτες) καυλοκοπείσθωσαν» (να τους αφαιρείται το ανδρικό μόριο). Για την αλογευόμενη γυναίκα προβλεπόταν θανάτωση με ξίφος ή αν ήταν ελεύθερη γινόταν δούλη.


«Αναπαρθενεύσεις»

 Όταν κάποιες κόρες διακορεύονταν, προσπαθούσαν να συγκαλύψουν το πάθημά τους και να φαίνονται παρθένες. Μία από τις συνταγές, με τη βοήθεια της οποίας οι διακορευθείσες προσπαθούσαν να πετύχουν την «αναπαρθένευση» τους, ήταν να λιώνουν σύμφυτο (βότανο με επουλωτικές, μαλακτικές και στυπτικές ιδιότητες) και να το τοποθετούν στην ευαίσθητη περιοχή ή να χρησιμοποιούν στύψη (θειικό άλας) με φύλλο δάφνης, αφού τα ζέσταιναν. Έτσι θεωρούσαν ότι μπορούσαν να «επισκευασθεί» ο υμένας. 


Ο Λέων Στ’ θέσπισε επίσης νόμο σύμφωνα με τον οποίο στη σύζυγό που διέπραττε μοιχεία επιβαλλόταν ο εγκλεισμός της σε μοναστήρι και την περιουσία της την έπαιρνε ο απατημένος σύζυγος....

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/to-sex-sto-vizantio-pos-timorousan-tous-pederastes-tous-kinedous-ke-tous-ktinovates-i-michalides-klinontan-se-monastiria-ke-o-apatimenos-eperne-oli-tin-periousia-tous/
Ο Λέων Στ’ θέσπισε επίσης νόμο σύμφωνα με τον οποίο στη σύζυγό που διέπραττε μοιχεία επιβαλλόταν ο εγκλεισμός της σε μοναστήρι και την περιουσία της την έπαιρνε ο απατημένος σύζυγος.



Εμπόριο λευκή σαρκός 

Στο Βυζάντιο υπήρχαν πολλοί αδίστακτοι έμποροι ανθρώπων, οι οποίο γυρνούσαν στα χωριά και είτε αγόραζαν μικρά κορίτσια από τους γονείς τους είτε παραπλανούσαν όμορφες νέες με παχυλές υποσχέσεις, με συνέπεια να τις πείθουν να τους ακολουθήσουν σε μεγάλα αστικά κέντρα, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί τις εγκαθιστούσαν σε πορνεία και τις εκμεταλλεύονταν και για να είναι σίγουροι ότι δεν πρόκειται να αποδράσουν, τις υποχρέωναν να υπογράφουν συμβόλαια με τα οποία οριζόταν ο χρόνος παραμονής τους στον χώρο όπου είχαν εγκατασταθεί. Οι άτυχες γυναίκες δύσκολα μπορούσαν να αντιδράσουν, μολονότι υπήρχαν νόμοι, από την εποχή του Θεοδόσιου Β’, που τις προστάτευαν.


Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Ἡ Στοιχειωμένη καμάρα (1904) Α Παπαδιαμάντη


Η ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

― Σχώρα με, Ἀρετώ, σχώρα με!
― Θεὸς σχωρέσ᾽, Θεὸς σχωρέσ᾽, πατέρα!
― Μ᾽ ὅλη τὴν ψυχή σ᾽, κορίτσι μ᾽ Ἀρετώ!
― Μ᾽ ὅλη τὴν ψυχή μ᾽, πατέρα· σχωρεμένος νά ᾽σαι!
Κ᾽ ἐψυχομάχει ἐπὶ ἡμέρας κ᾽ ἑβδομάδας ὁ γερο-Κουμενής, κ᾽ ἐβασανίζετο φρικτὰ εἰς τὴν ἐσχατιὰν τοῦ κόσμου τούτου, εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ἄλλου, πρὶν πατήσῃ εἰς τοῦ ζοφεροῦ ᾍδου τὸν οὐδόν. Καὶ τυραννούμενος, ἀφανισμένος καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἐξαφανισθῇ, πνιγόμενος καὶ μὴ δυνάμενος ν᾽ ἀποπνιγῇ, ἐπεκαλεῖτο τὴν εὐχήν, τὴν συγγνώμην τοῦ ἰδίου τέκνου του, τῆς κόρης του Ἀρετῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπὸ τὸν πρῶτον γάμον. Τὴν ἐπεκαλεῖτο ὄχι πλέον μὲ ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐγίνετο ὑγιής, νὰ σηκωθῇ ἀπὸ τὴν κλίνην, νὰ ζήσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ βαραθρωθῇ, νὰ πέσῃ εἰς τὴν μαύρην ἄβυσσον.
Ὕστερον ἀπὸ χρόνους πολλούς, ὁμῆλιξ σχεδὸν τῆς μητρός μου, ὅταν ἤμην παιδίον, διηγεῖτο ὅλα ταῦτα, ἡ Ἀρετή, ἡ σύζυγος τοῦ Μπόζα, εἰς τὴν μητέρα μου. Καὶ τὴν ἤκουσα ν᾽ ἀπαγγέλλῃ, μὲ πάθος καὶ μὲ ἁπλότητα ἓν ᾆσμα τοῦ λαοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον εὕρισκεν, ὡς φαίνεται, ἐμφαντικὴν ἀλληγορίαν καὶ ἔμμεσον σχέσιν μὲ τὴν ἰδίαν τύχην της.
*
* *
Καμάρα χτίζαν στὸ γιαλό, καμάρα δὲ στεριώνει
ἀποβραδὺ τὴ χτίζανε, καὶ τὸ πρωὶ γκρεμ᾽ζόταν.
Πουλάκι πῆγε κ᾽ ἔκατσε δεξὰ ᾽πὸ τὴν καμάρα·
δὲν κελαηδοῦσε σὰν πουλί, δὲ λέει πῶς λέει τ᾽ ἀηδόνι
μόν᾽ κελαηδοῦσε κ᾽ ἔλεε ἀνθρωπινὴ λαλίτσα:
«Ἂ δὲ στοιχειῶστε ἄνθρωπο, καμάρα δὲ στεριώνει·
»οὔτε φτωχόν, οὔτ᾽ ὀρφανό, ᾽δὲ ξένο, ᾽δὲ διαβάτη,
»μόνο τοῦ πρωτομάστορη τὴν πρώτη του γυναῖκα».
Ὁ μάστορης σὰν τ᾽ ἄκουσε, στέλνει τὸ μαθητή του·
«Ἔλα, ἔλα, κυρ᾽ Ἀρετή, ἔλα, σὲ θέλει ἀφέντης»·
«―Ἄνε μὲ θέλῃ γιὰ καλό, νὰ στολιστῶ νὰ ἔρθω·
κι ἄνε μὲ θέλῃ γιὰ κακό, νὰ ἔρθω ὅπως εἶμαι».
«―Ἔλα, ἔλα, κυρ᾽ Ἀρετή, ἔλα καὶ σὲ προσμένει»…
Τρεῖς ἀδερφάδες ἤμαστε, κ᾽ οἱ τρεῖς στοιχειὸν ἐμπῆκαν·
τὴν Εὐδοκιὰ στὸν Τύρναβο, τὴ Μάρω στὸ γεφύρι,
κ᾽ ἐμένα, τὴν κυρ᾽ Ἀρετή, δεξὰ ᾽πὸ τὴν καμάρα.
** *
Καὶ ἡ ταλαίπωρος Ἀρετὴ ἡ Μπόζαινα, ἴσως ἕνεκα τῆς ταυτότητος τοῦ βαπτιστικοῦ ὀνόματος, εὕρισκε μυστηριώδη ὁμοιότητα μεταξὺ τῆς τύχης τῆς ἡρωίδος τοῦ ᾄσματος τούτου, καὶ τῆς ἰδίας πικρᾶς μοίρας της, ὑπέφερε πολὺ ἀπὸ τὴν ὀλιγωρίαν τοῦ συζύγου της τοῦ καλουμένου Πατσοστάθη ἢ Μπόζα, ὅστις, καίτοι γεωργὸς μὲ ἀγροὺς καὶ κτήματα, δὲν ἠγάπα πολὺ τὴν ἐργασίαν, ἀλλ᾽ ἐπροτίμα νὰ μετέρχεται εἰς τὴν ἀγορὰν τὸ ἔργον τοῦ μακελλάρη, θητεύων πλησίον ἄλλων ζῳεμπόρων. Τοῦ ἤρεσκε νὰ κυλίεται εἰς τὰ σφαγεῖα, ὡς ἀληθινὸν «χασαπόσκυλο», νὰ τρώγῃ καθημερινὰ γιουβέτσια, καὶ χορταίνῃ τὸν οἶνον καὶ τὸν ὕπνον, ἀφήνων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νηστικὴν κατ᾽ οἶκον τὴν συμβίαν ὁμοῦ μὲ τὰ πέντε παιδία της. Ἡ Ἀρετή, χρηστή καὶ φρόνιμη, ὑπέφερε μὲ «μαρτυρικὴν ὑπομονήν», κ᾽ ἐζοῦσεν, ὅπως τόσαι ἄλλαι, οἰκονομοῦσα καὶ ξενοδουλεύουσα.
Καὶ μαζὶ μὲ τὸ ᾆσμα τῆς Στοιχειωμένης Καμάρας, διηγεῖτο εἰς τὴν μητέρα μου τὴν ἁπλῆν καὶ σύντομον ἱστορίαν τῆς ἀσήμου ζωῆς της.
*
* *
Πέντε χρόνων ἦτον ὅταν ἡ μάννα της τὴν ἄφησεν ὀρφανὴν εἰς τὸν κόσμον. Ὁ πατήρ της, ὕστερον ἀπὸ ἔτος, ἐξαναπανδρεύθη. Ἡ μητρυιά της ἦτον «ἀπὸ τὸ σόι τοῦ Καραμουσαλῆ». Ἐξ ἀρχῆς τὴν ἐμίσησεν, ἀλλὰ τὴν ὑπέφερεν ἐπ᾽ ὀλίγον καιρόν. Ὅταν μετὰ ἔτος ἄρχισε νὰ γεννοβολᾷ καὶ νὰ σπαργανίζῃ*, τότε ὁ φθόνος της πρὸς τὴν προγονὴν ἐτριπλασιάσθη. Κατ᾽ ἀτυχίαν αὐτῆς τῆς μικρᾶς, εἶχε γεννήσει θῆλυ. Ὤ, βεβαίως αὐτὴ ἡ μικρὴ κουρούνα, ἡ κουκουβάια, ἔπταιεν. Ἐὰν εἶχε καλὸ ποδαρικό, θὰ ἔφερνεν ἀγόρι κατόπιν της. Τότε καὶ ἡ θέσις τῆς προγονῆς θὰ ἐγίνετο πολὺ ἀνεκτοτέρα εἰς τὴν οἰκίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶναι τέτοια «γουρνοπόδαρη»* ἔφερεν ἄλλην κόρην ὄπισθέν της. Ἑπόμενον ἦτο νὰ μὴ προξενήσῃ καλὸν οἰωνὸν εἰς τὴν μητρυιάν της. Ἀφοῦ ἡ Καραμουσαλίνα ἀνέθρεψεν ἐπὶ ἔτος μὲ πολλὰς φροντίδας τὴν κόρην της, ὑβρίζουσα, βλασφημοῦσα, δέρνουσα, πότε μὲ τὸ τσόκαρο καὶ μὲ τὸ πέλμα τῆς κουντούρας*, πότε μὲ τετραπλοῦν τὸ σχοινί, ὅπου ἅπλωνε καθημερινῶς τὰ σπάργανα τῆς μικρᾶς, γύρω, εἰς τὸ πτερύγιον τῆς ἑστίας (ἐπειδὴ ὅλον τὸν χειμῶνα δὲν ἔπαυσε νὰ βρέχῃ καὶ νὰ χιονίζῃ) τὴν δυστυχῆ προγονήν της, πάλιν εὑρέθη ἔγκυος, πρὶν ἀπογαλακτίσῃ ἀκόμη τὴν μικρὰν Μαριώ της. Ὅταν αὕτη ἦτον 19 μηνῶν, ἐβγῆκεν εἰς τὸ φῶς τῆς ἡμέρας ἡ Λενιώ, ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός της. Ὤ, τότε ἡ θέσις τῆς Ἀρετῶς κατήντησεν ἀφόρητος. Ἰδοὺ εἰς διάστημα ὀλιγώτερον τῶν τριῶν ἐτῶν δύο ἀδελφὰς ἀπὸ τὸν ἴδιον πατέρα της, αὐτὴ ἡ γρουσούζα, ἔφερε κατόπιν της!
*
* *
Ἦτο μίαν πρωίαν, φθινοπωρινὴν πρωίαν σχεδὸν τόσον ὡραίαν, ὡς νὰ ἦτο ἐαρινή, ὅταν ὁ Κουμενὴς ἐπῆρε μίαν βάρκαν τοῦ γείτονος κ᾽ ἐβαρκαρίσθη χωρὶς ἄλλον σύντροφον, ναύτην ἢ κωπηλάτην, μὲ σκοπὸν νὰ ὑπάγῃ εἰς ἕνα γιαλὸν ἀντικρὺ τοῦ χωρίου, πρὸς τὸ δυτικὸν μέρος, στὴν Καναπίτσα, ἐντὸς τοῦ μεγάλου μεσημβρινοῦ λιμένος. Ἐπῆρε κ᾽ ἕνα μπαλτὰν μαζί του, καὶ μίαν ἀπόχην, κ᾽ ἕνα γάντζον. Ἴσως εἶχε σκοπὸν νὰ κόψῃ ξύλα, νὰ γεμίσῃ τὴν βάρκαν, περισσότερον, παρὰ νὰ γιαλέψῃ*. Ἐπῆρε μαζί του καὶ τὴν μικρὰν ὀκταετῆ Ἀρετώ· ἴσως, διὰ νὰ τοῦ κουβαλᾷ ξύλα, ὅσον ἠμποροῦσε νὰ σηκώσῃ ἀπὸ τὸν λόγγον τὸν πλησιέστερον εἰς τὴν ἄμμον τοῦ γιαλοῦ.
Ὁ Κουμενὴς ἔβαλε τὴν κόρην του νὰ καθίσῃ παρὰ τὴν πρῷραν, καὶ ἤρχισε νὰ κωπηλατῇ. Ἡ βάρκα ἔπλευσε μακράν, ἀνοικτὰ ἀπὸ τὸ χωρίον, ὥστε τὰ σπίτια ἐφαίνοντο πλέον ὡς κοτέτσια μικρά, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐφαίνοντο πλέον ὡς ποντίκια πηδῶντα, ὅσοι ἐβάδιζον ἐπάνω εἰς τὴν δυτικὴν ἐσχατιάν, εἰς τ᾽ ὀροπέδιον· κ᾽ αἱ γυναῖκες ἐφαίνοντο ὡς σεισουρίδες, ὅσαι ἔπλυνον ροῦχα κάτω εἰς τὴν Φτελιά, εἰς τὸν αἰγιαλόν, κάτω ἀπὸ τὰ Μνημούρια.
Ἐπλησίαζεν ἡ βάρκα νὰ φθάσῃ πέρα, εἰς τὴν Καναπίτσαν, καὶ ἀφοῦ ἐπέρασαν τὰ νερὰ τὰ βαθυκύανα κι ἄπατα, ἔφθασαν εἰς ρηχά, γαλανὰ κ᾽ αἰθέρια νερά, ὅπου γοργόνες καὶ νεράιδες θὰ ἐχαίροντο νὰ κολυμβοῦν, καὶ νὰ βουτοῦν κάτω εἰς τὸν μαγικὸν πυθμένα, μὲ τὰ ἄντρα καὶ τὰ βρύα, καὶ τὰ μαργαρώδη κογχύλια, καὶ μὲ τ᾽ ἀπειράριθμα ὡραῖα ψαράκια ποὺ ἔπαιζαν κοπαδιαστὰ κάτω.
Ὁ Νικόλας ὁ Κουμενὴς ἐθώπευε λίαν τρυφερῶς τὴν μικρὰν κόρην του, καὶ τῆς ἔδειχνε τὰς καλλονὰς τοῦ πυθμένος καὶ τοῦ γιαλοῦ.
― Κοίταξε, Ἀρετάκι μ᾽, κοίταξε κάτω, βλέπεις τὰ ψαράκια, πῶς γυαλίζουν κοκκινωπὰ καὶ γαλαζούτσικα;
― Τὰ βλέπω, πατέρα.
― Κοίταξε τὰ μούσκλια τὰ πρασινούτσικα, κοίταξε τὰ φύκια! ἰδὲ τὰ στρειδάκια, τὰ χαλίκια· τί ὄμορφα ποῦ ᾽ν᾽, Ἀρετάκι!
―Ὄμορφα, πατέρα.
― Κοίταξ᾽ ἕνα πραματάκι ἐκεῖ κάτω!… Τὸ βλέπεις, Ἀρετούλα μου;… Σκῦψε νὰ ἰδῇς, σκῦψε!
Ὁ Κουμενὴς εἶχε κλίνει πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἐκάθητο ἡ Ἀρετούλα, κ᾽ ἔγερνε φοβερὰ ἡ βάρκα πρὸς ἐκείνην τὴν πλευράν. Ἐβίαζε τὴν παιδίσκην μὲ προτροπὰς καὶ μὲ χειρονομίας νὰ σκύψῃ νὰ ἰδῇ κάτω. Ἡ Ἀρετούλα ἐκρατεῖτο σφιχτὰ καὶ μὲ τὰ δύο χέρια ἀπὸ τὴν κωπαστήν. Ἤρχισεν ἀορίστως πως νὰ φοβῆται. Ὁ πατήρ της ἐξηκολούθει νὰ τὴν βιάζῃ συντόνως νὰ σκύψῃ, διὰ νὰ ἰδῇ τὰ «ὄμορφα πραματάκια», ὁποὺ ἦσαν εἰς τὸν πάτον κάτω.
Ἐπὶ μίαν στιγμήν, μὲ τὴν χεῖρά του τὴν δεξιάν, καθὼς προένευεν ἐμπρὸς βλέπων πρὸς τὴν πρῷραν, ἄφησε τὴν μίαν κώπην, κ᾽ ἔδραξεν ἀπὸ τὸν ὦμον τὴν Ἀρετούλαν. Ἀλλὰ μόλις τὴν ἔθιξε, κ᾽ εὐθὺς πάλιν τὴν ἀφῆκεν· ἀπέσυρε τὴν χεῖρα, ὡς νὰ ἐτρόμαξεν εἰς τὴν ἰδίαν σκέψιν του.
―Ἄ! κακὸ κορίτσι, δὲν θέλεις νὰ σκύψῃς νὰ ἰδῇς τί ὄμορφα εἶναι κάτω!
Ἡ Ἀρετούλα ἄρχισε τὰ κλαύματα.
Μετ᾽ ὀλίγα δευτερόλεπτα, ἀφοῦ ὁ πατήρ της ἐκωπηλάτησε μετὰ μεγάλης βίας καὶ ὁρμῆς, ὡς νὰ μὴν ἤξευρε τί ἔκαμνεν, ἢ νὰ ἦτο θυμωμένος μὲ τὸν ἴδιον ἑαυτόν του, ἡ πτωχὴ παιδίσκη, μὲ τὰ ὄμματα θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυά της, παύσασα πλέον νὰ κοιτάζῃ ὁπουδήποτε, καὶ κλαίουσα χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ διατί, ᾐσθάνθη ἐλαφρὸν τιναγμόν. Ἡ βάρκα ἔφθασεν εἰς τὴν Καναπίτσα, τὴν μικρὰν ἀγκάλην τοῦ γιαλοῦ, καὶ ἡ πρῷρά της προσώκειλε μαλακὰ εἰς τὴν ἄμμον. Ἀνεσήκωσε τὴν ξανθόμαλλον, ἀκτένιστον μικρὰν κεφαλήν της, εἶδεν ὅτι ἔφθασαν, ἠθέλησε νὰ σηκωθῇ καὶ νὰ πηδήσῃ ἔξω.
Ὁ πατήρ της τὴν ἐπρόλαβε. Τὴν ἥρπασε βαναύσως ἀπὸ τὴν μασχάλην, τὴν ἐταλάντευσεν ἐπὶ μίαν στιγμήν, καὶ τὴν ἔρριψεν ἔξω εἰς τὴν ἄμμον, ὡς μικρὸν σάκκον μὲ φρύγανα. Τὸν δοῦπον τῆς πτώσεώς της αὐτὸς μόνος τὸν ἤκουσε ν᾽ ἀντηχήσῃ εἰς τὰ σπλάγχνα του.
Εἶτα ἐσήκωσε τὴν μίαν κώπην, ἀβαράρισε* τὴν ἄμμον, καὶ ἀπεμακρύνθη, ὡς νὰ ἤλλαξε σχέδιον. Ἴσως δὲν ἤθελε πλέον νὰ κόψῃ ξύλα. Ἀφοῦ ἀπεμακρύνθη πολλὰς ὀργυιάς, ἔλαβε τὸν κάμακα ἢ τὴν ἀπόχην, κ᾽ ἐστάθη ὄρθιος, κύπτων ἐπὶ τῆς πρῴρας, διὰ νὰ ζητήσῃ ἄγραν.
*
* *
Ἡ Ἀρετούλα ἔπαυσε νὰ κλαίῃ. Δὲν ἐφώναξε τὸν πατέρα της νὰ ἔλθῃ νὰ τὴν ἐπάρῃ στὴν βάρκαν πίσω. Ὁρμεμφύτως ᾐσθάνετο ὅτι δὲν ἦτο καλὰ ἐκεῖ. Ἐβάδισεν ὀλίγα βήματα, κ᾽ ἐκάθισεν ὄπισθεν ὑψηλῶν θάμνων, πλησίον ἐρειπίου τινὸς παλαιᾶς καλύβης, ὁποὺ ἐκρύπτετο ἀπὸ τὸ βουνόν. Εἰς κανένα ἐκ τῶν σπανίων διαβατῶν ὅσοι ἐβάδιζον πρὸς τοὺς ἀγρούς, ἢ ἐπέστρεφον, δὲν ἔδωκε σημεῖον ζωῆς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν ἀνεκάλυψε. Πλησίον τοῦ ἐρειπίου ὑπῆρχε μικρὰ χαράδρα, ὅπου ἵδρωνεν ὀλίγον νερόν. Ἐκεῖ ἔσκυψεν ἡ Ἀρετούλα κ᾽ ἔπιεν, ἔφαγε τρέφλα, εἶδος τριφυλλίων ἢ ἀγρίας ἀντράκλας, τὰ ὁποῖα ἐφύτρωναν σιμὰ εἰς τὴν μικρὰν φλέβα τοῦ νεροῦ. Ἐκεῖ ἔμεινε κρυπτομένη ὅλην τὴν ἡμέραν.
Ἤρχισε νὰ νυκτώνῃ ἤδη. Μικρά, πτωχή, πειναλέα, ἐγύρισε πρὸς ἀνατολάς, ἐκεῖ ὅπου ἔβλεπε τὰ σπιτάκια τοῦ χωριοῦ, ηὗρε τὸν δρόμον, καὶ ἄρχισε νὰ βαδίζῃ, νὰ σύρεται μᾶλλον πρὸς τὰ ἐκεῖ. Δύο καλοὶ ζευγηλάται, πατὴρ καὶ υἱός, ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγρούς των, οἱ τελευταῖοι νυκτώσαντες ἐξωμερῖται, τὴν εἶδαν νὰ μαυρίζῃ καὶ νὰ ἕρπῃ εἰς τὴν ἄκρην τοῦ δρόμου, καὶ τὴν ἐπῆραν μαζί των εἰς τὸ μικρὸν δυτικὸν προάστιον, τὰ Γελαδάδικα. εἰς τὴν ἐσχατιὰν τῆς πολίχνης. Εἰς τὰς ἐρωτήσεις των ἀπήντησεν ὅτι ὁ πατήρ της τὴν εἶχε πάρει τὸ πρωὶ μὲ τὴν βάρκαν, καὶ τὴν ἄφησε πρὸς ὥραν εἰς τὴν ἀμμουδιάν, καὶ αὐτὴ ἤλπιζεν ὅτι θὰ γυρίσῃ νὰ τὴν ἐπάρῃ, ἀλλὰ δὲν ἐγύρισε. Τόσον μόνον εἶπε.
*
* *
Ἡ Ἀρετούλα δὲν ἠθέλησε πλέον νὰ ξαναπατήσῃ εἰς τὴν οἰκίαν τῆς μητρυιᾶς της. Εἰς τὰς ἐπιπλήξεις τῶν ἐκ μητρὸς συγγενῶν της ἀπήντησεν ὅτι «ἡ μάννα της ἡ Καραμσαλίνα» δὲν τὴν θέλει, καὶ ὅτι δασκαλεύει τὴν μικρὰν Μαριὼ πῶς νὰ τὴν τσιμπᾷ καὶ νὰ τῆς τραβᾷ τὰ μαλλιά. Αἱ συγγενεῖς τῆς μητρός της, πτωχαὶ ὅπως αὐτή, θέλουσαι μὴ θέλουσαι, τὴν ἐκράτησαν πλησίον των, τὴν ἔμαθαν καθ᾽ ὅσον ἐμεγάλωνε, νὰ πλύνῃ, νὰ σφουγγαρίζῃ, ν᾽ ἀσβεστώνῃ εἰς ξένα σπίτια, προσέτι νὰ βοτανίζῃ, νὰ θερίζῃ, νὰ συλλέγῃ ἐλαίας, κατ᾽ ἐποχάς, καὶ νὰ τρέφῃ «καματερό», δηλ. μεταξοσκώληκας, τὸ θέρος. Ὅταν ἔγινε δεκατριῶν χρόνων, τὴν ὑπάνδρευσαν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον αἱ κόραι τοῦ πτωχοῦ λαοῦ ὑπανδρεύοντο ταχύτερον καὶ εὐκολώτερον παρ᾽ ὅσον εἰς τὰς ἡμέρας μας.
Καὶ ὅμως ἡ μητρυιά της τὴν ἐκατάτρεχεν ἀκόμη. Ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ νυμφευθῇ ἡ κόρη, ὁ πατήρ της μίαν ἡμέραν τῆς «ἔρριξεν ἀβανιά», ὅσον ἀπίστευτον καὶ ἂν φανῇ τοῦτο. Προφανῶς, «τὸν εἶχε βάλει καὶ πάλιν στὰ λόγια, ἡ Καραμσαλίνα ἡ μάννα της».
Πῶς ἔγινε τοῦτο, ἀκριβῶς δὲν ἠξεύρομεν. Φαίνεται ὅτι ἡ μητρυιὰ ἐλογάριαζεν ὅτι, ἐὰν εἶχε λείψει ἐγκαίρως ἀπὸ τὴν μέσην ἡ προγονή της, τὸ σπιτάκι καὶ τ᾽ ἀμπέλι καὶ τὸν μικρὸν ἐλαιῶνα τῆς μακαρίτισσας θὰ τὰ ἐκληρονόμει αὐτοδικαίως ὁ Κουμενής, καὶ εἶτα μὲ τὸν καιρόν, θὰ τ᾽ ἀπέκτων τὸ Μαριὼ καὶ τὸ Λενιώ, αἱ δύο θυγατέρες της, αἵτινες ἄλλως δὲν εἶχον νὰ πάρουν μεγάλην προῖκα.
Ὁ πατήρ της, φεῦ! τὴν διέβαλε μὲ ἕνα ἄνθρωπον, ὅστις ἦτο ἁπλῶς διαβάτης καὶ ξένος γυρολόγος, καὶ τυχαίως διήρχετο ἀπὸ τὴν γειτονιάν. Αἱ γειτόνισσαι πρὸς καιρὸν τὸ ἐπίστευσαν. Ἀλλὰ μετ᾽ ὀλίγον ἐβγῆκεν «ὡς φῶς καὶ ὡς μεσημβρία τὸ κρῖμά της», τῆς Ἀρετῶς, καὶ ἀπεδείχθη ἡ ἀθῳότης της. Καὶ ὁ γάμος δὲν ἐματαιώθη.

Εἶχαν περάσει εἴκοσι χρόνια καὶ παραπάνω ἀπὸ τότε. Ὁ γερο-Νικόλας ὁ Κουμενὴς ἐψυχομάχει, κ᾽ ἐσκυλογαύγιζε, καὶ δὲν ἤθελε νὰ βγῇ ἡ ψυχή του.
― Σχώρα με, Ἀρετώ, σχώρα με!
― Σχωρεμένος νά ᾽σαι, πατέρα μου! ἀπήντα δακρυρροοῦσα ἡ Ἀρετώ.
― Μὲ ὅλην τὴν καρδιά σ᾽, Ἀρετώ!
― Μὲ ὅλην τὴν καρδιά μ᾽, πατέρα! ἐφώναζεν ἡ μαρτυρικὴ καὶ πραεῖα γυνή.
Καὶ τέλος, μετὰ πολλὰς ἡμέρας καὶ νύκτας φρικώδους βασάνου, ἐξεψύχησεν ὁ ἄθλιος πατήρ ― ὅστις εἶχε θελήσει ποτὲ νὰ ρίψῃ τὴν μικρὰν κόρην του εἰς τὸν πυθμένα τῆς θαλάσσης, ὡς διὰ νὰ τὴν στοιχειώσῃ.
Κ᾽ ἐμένα, τὴν κυρ᾽ Ἀρετή, δεξὰ ᾽πὸ τὴν καμάρα.
(1904)

ΤΑ ΧΕΛΙΑ Αλεξάνδρου Παπαδιαμάντη




ΤΑ ΧΕΛΙΑ

Κανεὶς δὲν ἦτο πλέον προκομμένος εἰς ὅλον τὸ νησὶ ἀπὸ τὸν Δ. τὸν Λ. Οὗτος κατήγετο ἀπὸ τὸ ἀντικρινὸν χωρίον… καὶ εἶχεν ἔλθει καὶ ἐγκατασταθῆ ἐδῶ εἰς τὰ χρόνια τοῦ Ἀγῶνος. Ὅλοι οἱ μέτοικοι, βλέπεις, ἦσαν φιλόπονοι, ὅλοι οἱ ἐντόπιοι ὀκνηροί. Διὰ τοῦτο ἔφθασε νὰ δουλεύσῃ δεσπότης τὸν σκλάβον καὶ νὰ δανείσῃ προσήλυτος τὸν ἀφέντην του.
Εἶχεν ἐνοικιασμένα, δι᾿ εἴκοσιν ἔτη, ὅλα τὰ κτήματα τῆς Παναγίας τῆς…, διαλελυμένης Μονῆς. Τὰ ἐκαλλιέργει συνεχῶς καὶ ἀνενδότως. Ἀπὸ τρεῖς χιλιάδας ὀκάδας λάδι, ὁποὺ ἔκαμε τὸ δεύτερον ἔτος, ἦλθε χρονιὰ ποὺ ἔκαμε δώδεκα χιλιάδας ὀκάδας. Τριάντα Γκέκηδες εἶχεν ἐργάτας δι᾿ ὅλον τὸν χειμῶνα καὶ τὴν ἄνοιξιν, ὁποῖοι ἤρχοντο τότε πολλοὶ διὰ νὰ θητεύσουν εἰς τὰ βόρεια τῆς Ἑλλάδος (ἀναμὶξ Μουσουλμᾶνοι καὶ Χριστιανοί) Μεχμέτηδες καὶ Χρῖστοι, Μουσουλμᾶνοι καὶ Χριστιανοὶ 75 λεπτὰ τὸ μεροκάματο, κατσαμάκι*, ἤτοι χυλώδη μπομπόταν, διὰ τὴν τροφήν, ἕνα ποτήρι ρακὶ τὸ βράδυ διὰ τοὺς Μεχμέτηδες, κ᾿ ἕνα ποτήρι κρασὶ διὰ τοὺς Χρίστους. Εἶχαν ξεσκολώσει*, ἐξημερώσει ὅλα τὰ βουνὰ καὶ τὰ πλάγια τὰ παραθαλάσσια, ἔρριπτον ὅλας τὰς ρίζας καὶ τὰ στελέχη τῶν ἀγρίων θάμνων κάτω εἰς τὴν ἄμμον, κ᾿ ἐφόρτωσαν τρεῖς σκοῦνες, μίαν τοῦ καπετὰν Θωμᾶ τ᾿ Ἀλεξανδράκη, μίαν τοῦ Στάμου τῆς Στάμαινας, καὶ μίαν τοῦ Γιώργη τοῦ Τσιβγιοῦ, ἀπὸ κουτσοῦρες καὶ καυσόξυλα ἄγρια.
Πόσον αὐστηρὸς ἦτο πρὸς τὰ τέκνα του! Εἶχε πέντε γυιούς, τὸν Γ., τὸν Μ., τὸν Θ., τὸν Φ. καὶ τὸν Ι., μὲ δύο κόρες. Εἶχε βάρκα, μουλάρια, ἄλογα. Τὸν Γ. τὸν εἶχε διὰ τὴν βάρκαν, τὸν Μ. διὰ τὸν καράν. Τὰ πέντε παιδιὰ ἔστεκαν ἐμπρός του σοῦζο, εἰς προσοχήν, ἀτενῶς, σὰν σκυλιὰ γυμνασμένα.
«Γιῶργο, κοίταξε νὰ βγάλῃς τὰ νερὰ τῆς βάρκας… νὰ πάρῃς τὴ βάρκα καὶ νὰ τὴν πλύνῃς καλά, γιατὶ, ἂν δὲν τὸ κάμῃς, θὰ σὲ πνίξω μ᾿ αὐτήν». «Μιχαλιέ, τρέχα νὰ βοσκήσῃς τὸν καρά… νὰ τὸν ποτίσῃς καὶ νὰ τὸν ἀλλάξῃς, ἀλλοιῶς, κοίταξε καλά, καημένε, π᾿θανὰ δὲν κρύβεσαι (ὡμίλει μὲ τὴν διάλεκτον καὶ τὴν προφορὰν τοῦ Πηλίου). Τὸν Ἀνάγυρο τὸν ἀνήφορο νὰ τρέχῃς, θὰ σὲ φτάσω, καὶ θὰ σὲ πεθάνω χωρὶς παπά». «Θοδωρή, πετάξου νὰ κουβαλήσῃς αὐτὰ τὰ δυὸ ξυλάκια ᾽πεδῶ (ἦσαν πέντε ρεντίνες* καὶ δύο παλιοσάνιδα) πίσω στὴν Παναγιά… Ἀκόμα δῶ εἶσαι; Ἔλα σείσου· θὰ σὲ κρεμάσω ἀνάποδα». Καὶ τὰ παιδιὰ ἔτρεχαν πρόθυμα εἰς τὴν ὑπακοήν. Καὶ σπανίως εὕρισκον ἄνεσιν, διὰ νὰ κάμουν ἀταξίας κι αὐτοί, νὰ παίξουν σὰν τὰ παιδιὰ τοῦ κόσμου. Ὅλην τὴν ἑβδομάδα τοὺς ἦτον σφιχτὸς ὁ ζυγὸς τῆς φιλεργίας, καὶ τεντωμένον τὸ σχοινίον τῆς πλεονεξίας διὰ τὸν Λ. Τὴν Κυριακὴν ἐπήρχετο κάποια ὕφεσις, ἢ χαλάρωσις. Διετήρει δύο μαγαζιά, ὑπὸ τὰς δύο συνεχομένας οἰκίας του, εἰς τὴν παραθαλασσίαν ἀγοράν, καφενεῖον καὶ ταβέρναν· τοὺς δύο ἄλλους υἱούς του τοὺς εἶχεν ὑπαλλήλους ἐκεῖ. Ὁ ἴδιος ἦτο καταστηματάρχης, κ᾿ ἐνῷ πάντοτε εὑρίσκετο εἰς τὴν ἐξοχήν, ποτὲ δὲν ἔλειπεν ἀπὸ τὸ χωρίον. Τοὺς ἐγύμναζε νὰ ὑπηρετῶσι τοὺς πελάτας μὲ ἄκραν ταχύτητα καὶ καθαριότητα. Τοὺς ἔστελλεν εἰς τὴν βάρκαν καὶ τὸ ἄλογον, καὶ τοὺς ἤθελε νὰ εὑρίσκωνται κατὰ τὰς μεσημβρινὰς καὶ ἑσπερινὰς ὥρας εἰς τὰ δύο μαγαζιά του. Τὰς Κυριακὰς λοιπόν, ὅταν ἐξαπόσταινε κ᾿ ἔκαμνε κέφι ὁ μπαρμπα-Δ., ἠγαθύνετο ἡ καρδία του, ὅπως λέγει ἡ Γραφή, κ᾿ ἐθυσίαζεν ὁλοκλήρους φιάλας ρακὶ καὶ μοσχᾶτο, τῆς ἰδίας παραγωγῆς καὶ κατασκευῆς του, διὰ νὰ κεράσῃ καὶ περιποιηθῇ τοὺς πελάτας. Κ᾿ ἡ πελατεία του ἦσαν οἱ πρόκριτοι ἐκ τῶν ἐντοπίων, καὶ 〈οἱ〉 ἐν τέλει ἐκ τῶν ξένων, εἰρηνοδίκης, δήμαρχος, λιμενάρχης, τελώνης, ὑγιειονόμος κλπ. Καὶ τότε ἐγίνετο φαιδρὸς καὶ εὔθυμος ―ἦτο ροδοκόκκινος, μὲ κατάμαυρα ἡνωμένα φρύδια, πεντηκοντούτης― καὶ ἤρχιζε νὰ διηγῆται παλαιὰ «γερονίκικα»*, παροιμίας καὶ ἀνέκδοτα εἰς τοὺς πελάτας του. Πῶς ἐκάθισεν ὁ κατὴς νὰ κάμῃ τὴν κρίση ― τοῦτο τὸ διηγεῖτο πρὸς αὐτὸν τὸν εἰρηνοδίκην τοῦ τόπου, μακαρίως καγχάζοντα. Εἶχε ζητήσει μία νὰ χωρίσῃ τὸν ἄνδρα της, διὰ λόγους ὑπερμέτρου δυσαναλογίας, καὶ τότε ἡ κυρὰ εἶπε: «Ποῦ ᾽σαι, ἀφέντη κατή, νὰ καθίσῃς νὰ κάμῃς τὴν κρίση;». Ἄλλη ἐπήγαινε καβάλα ἀνὰ τὰ ρέματα καὶ τὰ λιβάδια τοῦ Πηλίου τὴν ἄνοιξιν, ὁ δὲ νεαρὸς ἀγωγιάτης ἠκολούθει πεζὸς ὄπισθεν, καὶ συχνὰ τῆς ἔδειχνε τὶς χλοερὲς φτέρες, κ᾿ ἔλεγε: «Γιαγιάκα μ᾿, φτέρις. ― Ἂμ σὰν εἶν᾿, μωρέ, καὶ τί; ― Λιέου κ᾿ ἰγὼ καημένος». Δυὸ συμπέθεροι καθήμενοι στὰ μεντέρια* ἐκάπνιζον, ἐνῷ ἡ νύμφη . . . . . . . . μὲ τὰ νυχτικά της, κυπτὴ εἰς τὴν ἑστίαν τοὺς ἔβραζε φασκομηλιά, διὰ νὰ τοὺς κάμῃ σερμπέτι* μὲ πετμέζι, νὰ τοὺς περιποιηθῇ. Ὁ εἷς συμπέθερος μὲ τὴν χεῖρα ἔδειχνε τὴν στέγην καὶ τοὺς τοίχους, κ᾿ ἐσχεδίαζε πῶς εἶχε σκοπὸν νὰ διαιρέσῃ καὶ καλλωπίσῃ τὴν οἰκίαν καὶ μὲ τὸ τσιμπούκι ἔθιγεν εἰς τὰ νῶτα τὴν κόρην του, διὰ νὰ τὴν κάμῃ κοσμιωτέραν καὶ προσεκτικήν. Ὁ ἄλλος τοῦ ἔλεγε: «Κοίταξε, συμπέθερε, μὴν τὸ κάμῃς χειρότερα» κτλ. Ὅπως τὸ ἔλεγεν ὁ δεύτερος, οὕτω καὶ συνέβη. Τότε ὅλοι οἱ ἀκούοντες ἐγέλων θορυβωδῶς.
*
* *
Πλὴν τόσων ἄλλων ἐπιχειρήσεων, ὁ Λ. εἶχεν ἐνοικιασμένην ἐπὶ δεκαετίαν καὶ τὴν δημοτικὴν λίμνην, πίσω εἰς τὸν Στρουφλιᾶ, κοντὰ εἰς τὸν πιτυῶνα, εἰς τὶς Κουκουναριές, τὸ ὡραῖον παραθαλάσσιον δάσος εἰς τὸ δυτικὸν μέρος. Ἔβγαιναν ἐκεῖθεν τὸ θέρος παχεῖς κέφαλοι, ἡλιάζοντο αὐγοτάραχα, καὶ χέλια βόσκοντα εἰς τὴν ἰλὺν τοῦ πυθμένος, ἐπηδοῦσαν τὸ πρωὶ νὰ δροσισθοῦν εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ. Παρασκευὴ βράδυ, ὁ Λ. ἔβαλε τοὺς τρεῖς μεγαλυτέρους υἱούς του εἰς ἐνέργειαν, ὥπλισε τὴν βάρκαν, ἐστρατολόγησε δύο τρεῖς ἄλλους βοηθούς, καὶ τὸν Παναγιώτην τὸν Πολύζον, μεγαλόσωμον καὶ ρωμαλέον ἄνδρα, ἐπῆρε δύο κόφες ἅλας, ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ σπαθιὰ μετρίως ἠκονισμένα, τὰ ἐπεβίβασεν ὅλα, ἐπεβιβάσθη καὶ αὐτὸς μὲ τὸ πλήρωμά του, τὰ μεσάνυχτα, Σάββατον ξημέρωμα, κ᾿ ἔκαμαν πανιά, διὰ νὰ πλεύσουν ἓξ ἢ ἑπτὰ μίλια, ὅπως ἔλθωσιν εἰς τὸν αἰγιαλὸν ἐκεῖνον, ὅπου ἐξέβαλλεν ἡ λίμνη.
Ἦτο περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου. Ἔφθασαν μετὰ δύο ὥρας, τὰ χαράγματα. Ἀπεβίβασαν ὅλα τὰ σύνεργα, ἠσφάλισαν καλὰ τὴν βάρκαν, κ᾿ ἐπλάγιασαν ἐπὶ δύο ὥρας ἐπάνω στὴν ἄμμον. Τὴν τετάρτην ὥραν, ὅταν ἤρχισε νὰ γλυκοχαράζῃ, ὁ Λαυκιώτης ἐσηκώθη, κ᾿ ἐξύπνησε τοὺς τρεῖς υἱούς του.
―Ἀλέστα*! ἀκόμα κοιμᾶστε, σκυλιά;
Ἅμα ἤκουσε τὴν φωνήν, ὁ Πολύζος καὶ τὸ λοιπὸν πλήρωμα, ἀμέσως ἐσηκώθηκαν ἐπὶ ποδός. Ἐπῆραν τὰ σπαθιά, κ᾿ ἐπλησίασαν εἰς τὴν λίμνην. Ἀνεσήκωσαν ἄνω τῶν γονάτων των τὰς περισκελίδας των, ἐμβῆκαν εἰς τὸ νερόν, κ᾿ ἐθαλάσσωσαν. Σχεδὸν ὣς τὸ γόνυ ἐχώνοντο εἰς τὴν λάσπην, ἕως τὰ σκέλη ἐβρέχετο καὶ τὸ σῶμα.
Εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ νεροῦ ἔβρυον τὰ χέλια, κινητὸς σωρός, μικρά, μεγάλα. Εἶχον βοσκήσει κάτω εἰς τὸν πάτον τὸν ζεστὸν τῆς λίμνης, κ᾿ ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ δροσισθοῦν, ἀνῆλθον εἰς τὸν ἀφρὸν τὸν δροσερόν, ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸν φαιὸν μὲ τὰ σβήνοντα ἄστρα, μὲ τὴν αὐγὴν τὴν ροδίνην καὶ ἰόχρουν εἰς τὴν ἀνατολήν. Ὅλοι ἐσήκωσαν τὰ σπαθιὰ καὶ ἤρχισαν νὰ κτυποῦν τὰ χέλια. Ἡ ἀμβλεῖα ἀκμὴ ἔθραυε τὸ ραχοκόκκαλον τοῦ μακρυλοῦ ἑρπετοειδοῦς ψαριοῦ, καὶ τὸ παρέλυε, κ᾿ ἔμενον σχεδὸν ἀκίνητα, χωρὶς νὰ εἶναι ἐντελῶς ψόφια. Ἀφοῦ ἔκοψαν σχεδὸν μίαν χιλιάδα, διαφόρου μεγέθους ―ἀπὸ ἑκατὸν δραμίων ἕως ὀκᾶς καὶ ἄνω― ἔρριψαν ἔξω στὴν ἄμμον τὰ σπαθιά, κ᾿ ἤρχισαν νὰ πιάνουν τὰ χέλια μὲ τὰ χέρια. Ἐμάζωξαν ἕως τριακοσίας ὀκάδας, κατὰ τὸ ζύγισμα ποὺ ἔκαμαν ὕστερα. Ἐγέμισαν ἕνα μεγάλο παλαιὸν πανί, καὶ τὸ μετέφεραν μετὰ κόπου, κρατοῦντες μὲ εἴκοσι χέρια, δέκα ἢ ἕνδεκα, ἄνδρες καὶ παιδιά, ἕως τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης. Ἐκεῖ ἔπλυναν τὰ χέλια στὸ ἁλμυρὸν νερόν, καὶ τοὺς ἔβγαλαν τὸν γλοιόν, τὸ σιελῶδες ποὺ εἶχον εἰς τὸ δέρμα, τρίβοντες αὐτὰ μὲ ὑγρὰν ἄμμον. Εἶτα ἔσχισαν τὰς κοιλίας των, ἀπέρριψαν τὰ σπλάγχνα, καὶ τέλος ἔκοψαν εἰς τεμάχια τὰ μεγαλύτερα ἐξ αὐτῶν, καὶ τὰ ἔβαλαν ὅλα μέσα εἰς τὸ ἅλας ― εἰς τέσσαρες κόφες, καὶ μέρος ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ ἱστίου.
*
* *
Ὅταν ἐξημέρωσε καὶ ἀνέβη ὁ ἥλιος δυὸ κοντάρια, ἡ ἀγγαρεία εἶχε τελειώσει. Ὅταν ἐννόησεν ὅτι εἶχε παραπεινάσει τὸ πλήρωμα, ὁ γερο-Λ. ἐπένευσε, καὶ εἶπε ν᾿ ἀνάψουν δύο φωτιὲς ἐπὶ τῆς ἄμμου, διὰ νὰ ψήσουν χέλια.
― Δὲν τὰ ἔπιασε ἀκόμα τ᾿ ἁλάτι, βρὲ παιδιά, εἶπε· μὰ τί νὰ σᾶς κάμω ποὺ δὲ βαστιέσθε· ὁ νοῦς σας δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὅλο στὸ φαΐ. Δουλειά, δουλειά.
― Δουλειά, μπαρμπα-Δ., εἶπεν ὁ γιγαντόσωμος Πολύζος· μὰ θέλει νὰ χαράξῃς τὸ μύλο καὶ νὰ τὸν λαδώσῃς, γιὰ νὰ δουλεύῃ.
Ὁ Δ. ἐστράφη πρὸς τὸν μεγάλον υἱόν του.
― Κοίταξε, βρὲ σκυλί, τοῦ εἶπε, νὰ μὴν τρομοκοτήσῃς* καὶ φᾷς χέλι στὰ χάλια ποὺ εἶσαι. Ἀλλοιῶς, μὴ θαρρῇς πὼς θὰ μοῦ κοστίσῃ τίποτε. Καθὼς θὰ γυρίζουμε πίσω μὲ τὴ βάρκα, τώρα τὸ δειλινό, τὰ Μνημούρια εἶναι στὸ δρόμο μας. Σὲ χώνω μονομιᾶς, καὶ γλυτώνω ἀπὸ παπάδες κι ἀπὸ μπελάδες κ᾿ ἔξοδα.
Ὁ Γ. πράγματι εἶχεν αἰσθανθῆ προσβολὴν πυρετοῦ, καίτοι ἐλαφράν, τὴν ὥραν ποὺ ἔμβαινε στὴν λίμνην διὰ νὰ ψαρέψῃ τὰ χέλια. Ἐσφίχθη ὅμως, ἐδάγκασε τὰ χείλη του, ἠνδρειεύθη, κ᾿ ἔλαβε θάρρος. Εὕρισκεν ἄλλως τέρψιν εἰς τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ κυνηγίου εἰς τὰ νερὰ τὰ δροσερά. Ἐγέμισε τὸν μικρὸν τορβάν του γρήγορα, ἔσπευσε νὰ ἐξέλθῃ στὴν ἄμμον διὰ νὰ τὸν ἀδειάσῃ καὶ δὲν ἐπέστρεψε πλέον εἰς τὴν λίμνην. Ἐκάθισε ν᾿ ἀναπαυθῇ, ἀνάμεσα εἰς τὶς ἀλυγαριὲς καὶ τὰ βοῦρλα. Τέλος τὸ ρῖγος, καὶ εἶτα ἡ ζέστη, ἔφυγε· τοῦ ἔμεινε μόνον μικρὰ ἀδυναμία, ἀλλὰ καὶ ἀκράτητος πεῖνα.
Ἦτο τότε δεκαοκτὼ ἐτῶν. Καθὼς ἤναψαν οἱ ἄλλοι τὶς φωτιές, κ᾿ ἔψηναν τὰ χέλια, ἡ ὀσμὴ καὶ ἡ κνῖσα καὶ τὸ θάλπος τοῦ ἤρχοντο εἰς τὰ αἰσθητήριά του καὶ τὸν εἵλκυον. Ὁ Παναγιώτης ὁ Πολύζος, πρωτοπαλλήκαρον τῆς ἁλιευτικῆς ἀγγαρείας, εἶχεν ἁρπάσει δύο τρεῖς χονδροὺς τάκους (ἢ κομμάτια) μισοψημένα, ἀπὸ μεγάλο χέλι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶχε βάρος μιᾶς καὶ μισῆς ὀκᾶς, καὶ τὰ κατεβρόχθισε χωρὶς ψωμί.
Ὁ Γ. ἐκάθισεν ἔμφροντις, κατὰ τὸ φαινόμενον, κ᾿ ἐκοίταζε κατὰ τὸ πέλαγος. Εἶχε μέσα στὴν τσέπην του μέγα τεμάχιον ψωμίου, ἔκοπτε μίαν ψίχα, καὶ τὸ ἔβαλλε στὸ στόμα του, ἀλλὰ δὲν ἐπήγαινε κάτω. Μὲ τὸ ἀριστερὸν μάτι κατεσκόπευε τὸν πατέρα του. Ἅμα ὁ Λ. ἐστράφη ἐπὶ μίαν στιγμήν, κατὰ τὶς Κουκουναριές, τὸ ἄλσος τῶν πιτύων, κ᾿ ἔπιασεν ὁμιλίαν μὲ ἕνα ἀγροφύλακα, ὅστις εἶχεν ἔλθει μὲ τὸ τουφέκι του, διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν δημοτικὴν λίμνην καὶ διὰ τὴν ἁλιείαν τῶν χελιῶν ―τὸ περισσότερον διὰ νὰ τὸν κεράσῃ κανὲν ρακὶ ὁ κὺρ Δημήτρης― τὴν ἰδίαν στιγμὴν ὁ Γ. ἥρπασε μέγαν κόμματον ἀπὸ χέλι καλοψημένον, καὶ τὸ κατέφαγε, μὲ τὸ ψωμί του μαζί.
Τὴν ἄλλην ἡμέραν ὁ πυρετὸς τοῦ ἐπέρασε. Ὅσα δὲ ἔτη ἐπέζησε καὶ ζῇ ἀκόμη ―εἶναι 30 χρόνια ἔκτοτε― ὁ Γ. τοῦ Λ. δὲν ἔπαθε πλέον ἀπὸ πυρετόν.
(1925)

Α Παπαδιαμάντη Τὸ Χριστὸς Ἀνέστη τοῦ Γιάννη (1914)



Ὅπως τὸ διηγοῦνται, ὅσοι τὸ ἔφθασαν, ἐν ἠλικίᾳ ὄντες εἰς Ἀθήνας τῷ 1870, ὁ νεκρὸς τοῦ ἑνὸς τῶν ληστῶν τοῦ Δηλεσίου, κομισθέντων εἰς Ἀθήνας κατὰ Μάιον, εἶχε τὸ πρόσωπον παραδόξως φαιδρὸν καὶ γελαστόν. Τὴν ὥραν ποὺ τοὺς ἐτουφεκοβολοῦσαν τ᾿ ἀποσπάσματα, ἐλλοχεῦον ὄπισθεν πυκνῶν θάμνων καὶ βράχων τὸ παλληκάρι ἐκεῖνο τῆς Ρούμελης, ἴσως διότι τὸ ταμπούρι του τοῦ ἐφαίνετο πολὺ ἀσφαλές, τίς οἶδε τί εἶχε σκεφθῆ, ἢ τί σοβαρὸν εἶδεν, ἢ τί ἀστεῖον ἤκουσε παρά τινος γείτονος συντρόφου του, κ᾿ ἐγέλασεν, ὅπως οἱ ἄνθρωποι γελοῦν. Συγχρόνως, ἐν ἀκαρεῖ, τοῦ ἦλθε τὸ βόλι. Τὸν ηὗρε καίριον εἰς τὸν λαιμόν, καὶ τὸν ἀφῆκεν εἰς τὸν τόπον.
Μετὰ δύο ἡμέρας οἱ σκοτωμένοι, πέντε ἢ ἓξ τὸν ἀριθμόν, ἐκομίζοντο εἰς Ἀθήνας. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ νέου ἐκείνου ὅλοι οἱ φρικώδεις περίεργοι εἶδον ἐντυπωμένον, πιστωμένον τὸν γέλωτα. Οὔτ᾿ ἐπρόφθασεν, ὁ εὐτυχὴς ἄνθρωπος, νὰ αἰσθανθῇ τὴν πικρίαν τοῦ βέλους, ἀλλ᾿ ὁ θάνατος τοῦ ἦλθε μυστηριώδης, γλυκύς, πρὸ τῆς ἀλγηδόνος.
*
Ὁ Γιάννης τοῦ Λέκα, νέος εἰκοσαετής, ἐφαίνετο ὅτι ἔχαιρε μεγάλην χαρὰν σφόδρα, ὅταν τοῦ ἔλεγαν ὅτι θὰ ἤρχετο ἐκεῖνον τὸν χρόνον, διὰ νὰ τὸν πάρῃ στρατιώτην, τὸ περιοδεῦον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Ἤρχιζεν ἀμέσως νὰ κάμνῃ βήματα, προφέρων: ἓν γυό, ἓν γυό, κ᾿ ἦτον ὅλος γέλια καὶ χαρά. Πλήν, ὅταν ἦλθε πράγματι ἡ Στρατολογικὴ Ἐπιτροπή, πρὸς μεγάλην χαρὰν τοῦ Δημάρχου, καὶ κατέλυσαν ἄλλοι εἰς τὴν Δημαρχίαν, ἄλλοι στὸ οἱονεὶ ξενοδοχεῖον, κι ἄλλοι στὰ σπίτια μερικῶν, ὁ Γιάννης, χωρὶς νὰ παύσῃ τὰ γέλια, ἡ ἐνδόμυχος εὐθυμία καὶ τὸ θάρρος τοῦ ἔφυγαν, κ᾿ ἠρνήθη ἀποτόμως νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐστήλωνε τὰ πόδια του, ἀντεστήλωνε τὸ κορμί του, ἔκλαιε, κ᾿ ἐφώναζε: «δὲν πάω, δὲν πάω». Ὅταν δὲ ὁ ὑπίατρος ὡδηγήθη στὸ σπιτάκι τῆς Λέκαινας, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ ἰδῇ καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸν κληροῦχον, ὁ Γιάννης ἔπεσεν εἰς μίαν γωνίαν, ἐμαζώχθη, ἐκουβαριάσθη, ἐσταύρωσε σφιχτὰ τὰ χέρια του, ἔσφιγξε τὸν ἀφαλόν του, ἔκαμψε τοὺς πόδας του μὲ τὰ γόνατα ἕως τὸν ἀφαλόν, καὶ ἠρνήθη νὰ ὑποστῇ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἰατροῦ. Τέλος ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ τὸν κηρύξῃ «βλᾶκα», καὶ τὸν ἀπήλλαξε πάσης περαιτέρω ἐνοχλήσεως.
Ἀλλ᾿ ὅμως ὁ Γιάννης δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ καμμίαν ἀγρυπνίαν εἰς τὰ ἐξωκκλήσια, ὅταν ἐπηγαίναμεν στὰ πανηγύρια, ἀρχόμενος ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἔαρος ἕως τὸ βασίλεμα τοῦ θέρους, κ᾿ ἕως τὴν στρῶσιν τοῦ φθινοπώρου, καὶ πρὶν εἰσβάλῃ ὁ χειμών. Πρῶτον εἰς τὴν Παναγίαν τῆς Ἀγαλλιανοῦς, ὅπου ἡ ψυχή μας ἐμοσχοβολοῦσεν ἴα καὶ ναρκίσσους καὶ λευκὰ ἄνθη τῆς ἀγραμπελιᾶς. Εἶτα εἰς τὴν Παναγίαν τὴν 〈Ντομάν〉, ὅπου ἔτρεχε μὲ μόρμυρον καὶ ρόχθον τὸ ρεῦμα τῆς Ζωοδόχου, κάτω εἰς τοὺς μυστηριώδεις καταρράκτας μὲ τὰ κρεμάμενα πολυτρίχια καὶ τοὺς ἀνέρποντας κισσοὺς ἀνὰ τοὺς ὑγροὺς βράχους εἰς τὰ κυρτὰ ὑλομανοῦντα δένδρα. Καὶ στὸν Ἁι-Γεώργην, ὅπου αἱ τόσαι νύμφαι τοῦ χωρίου ἐλιτάνευον στολισμέναι μὲ τὰ πεποικιλμένα μανίκια, τὰς μεταξωτὰς ποδιὰς καὶ τὰ χρυσᾶ ποδογύρια* των, ἐρχόμεναι ἄλλαι μὲ τὶς βάρκες καὶ ἄλλαι διὰ ξηρᾶς. Καὶ εἰς τὰ Πέντ᾿ Ἀδέλφια, ὅπου τὰ ἀγκαλιασμένα γηραιὰ δένδρα καλύπτουν τὴν βρύσιν καὶ στεγάζουν τὸν πενιχρὸν ναὸν μὲ τὸ θεσπέσιον ἄλσος των. Κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τὸν Μυρωδίτην, ὅπου τὰ τελευταῖα ἀηδόνια ἐκαλοῦσαν εἰς διαδοχὴν τὰ κοσσύφια ἀνὰ τὸ . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . ἀπὸ τὸ ὕψος τῶν . . . . . . . . . . . ἕως τὸν γιαλὸν . . . . . . . ., καὶ τὸ κελαρύζον νερὸν τοῦ βαθέος, ἀνερχομένου Δασκαλιοῦ ἀνέβλυζεν ἀπὸ τὴν ρίζαν τῆς γηραιᾶς δρυός, ὅπου μὲ τὰ κυμβαλίζοντα πέταλα τῶν φυλλομανούντων κλώνων της διηγεῖτο τὰς ἀναμνήσεις τῶν αἰώνων. Πόσαι οἰκογενειακαὶ θαλίαι εἶχον τελεσθῆ τὸ πάλαι ὑπὸ τοὺς βαθυφύλλους κλάδους της, πόσα ἄκακα ἐρωτικὰ ζεύγη εἶχον εὕρει ποτὲ καταφύγιον εἰς τὴν σκιάν της. Καὶ εἶτα εἰς τὸν Ἅγ. Ἠλίαν καὶ εἰς τὸν Ἅγ. Παντελεήμονα, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Πρέκλαν, κ᾿ εἰς τὴν Παναγίαν τοῦ Καρδάση, κ᾿ εἰς τὴν ἄλλην Παναγίαν τοῦ Ἀραδιᾶ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Γιάννην τοῦ Κάστρου, κ᾿ εἰς τὸν ἄλλον Ἁι-Γιάννην τοῦ Μετοχιοῦ, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Δημήτρην, κ᾿ εἰς τὸν Ἁι-Ἀσώματον τ᾿ Ἀγγελῆ, καὶ τέλος εἰς τὴν Παναγίαν τὴν Κ᾿νιστριώτισσαν, ὅπου πᾶσα σεμνότης καὶ πᾶσα χάρις ἐν γαλήνῃ συνηνοῦντο, καὶ πᾶν γόνυ ἔκλινεν ἐνώπιον τῆς θείας ·ἐν γαλήνῃ‚ Πολιούχου: «Διανέμοις τῶν χαρισμάτων τὴν σὴν γαλήνην, Θεοτόκε, τῇ ψυχῇ μου».
*
* *
Ὅλα εὐωδίαζον ἄνοιξιν καὶ ἁπλότητα καὶ χαράν. Ὁ Γιάννης ἔμβαινεν εἰς τὸ παρεκκλήσι γελῶν, τὸν ὡδηγοῦσεν ἡ μάννα του, χήρα ἔχουσα αὐτὸν ὡς μοναχογυιόν, νὰ «χαιρετίσῃ», δηλ. νὰ ἀσπασθῇ τὴν εἰκόνα στὸ προσκυνητάρι, τὴν ἠσπάζετο γελῶν, εἶτα ἐπήγαινε στ᾿ ἀριστερὰ τοῦ χοροῦ, κ᾿ ἔστεκε δίπλα εἰς τὸ ἄκρον ἀνατολικὸν στασίδι, δύο βήματα ἀπὸ τὴν βορείαν πύλην, ὅπου αἱ γυναῖκες ἔφερον τυλιγμένας μὲ προσόψια τὰς προσφοράς, καὶ ἔγραφαν τὰ ὀνόματα, δηλ. τὰ ἔγραφεν ὁ παπὰς καθ᾿ ὑπαγόρευσιν ἱστάμενος εἰς τὸ χάσμα τῆς θύρας, μὲ τὸ μολυβδοκόνδυλον, κρατῶν φύλλα διπλωμένα χάρτου ἐπὶ τοῦ βιβλίου τῶν Ἀποστόλων ἢ τοῦ Ψαλτηρίου: «Γεωργό, Γεωργὸ καὶ τοὺ πλὶ (δηλ. τὸ πλοῖον) μετὰ τῶν συμπλεόντων αὐτῷ, Νικολάκη, πάλι Νικολάκη (ὁ παπὰς ἔγραφε, Ν.Ν.), Κυρατσούλα, Σειραΐνα, ἄλλη Σειραϊνώ (Κυρ. Σειρ.), Κωνσταντή, Κωνσταντὴ (Κ.Κ.), συμβίας, τέκνων, γονέων καὶ ἀδελφῶν αὐτῶν».
Ἐκεῖ ἔστεκεν ὁ Γιάννης, καὶ ἤκουε γελῶν τὰ ὑπαγορεύματα τῶν γυναικῶν, τὰς ἀπηχήσεις καὶ τοὺς ἀσπασμοὺς τοῦ παπᾶ. Τέλος, ὅταν ἤρχιζεν ἡ ψαλμῳδία, ὁ Γιάννης ἐξηκολούθει νὰ γελᾷ πρὸς τὰς ἀντιφωνίας τῶν διαφόρων νεαρῶν ψαλτῶν καὶ τὰς ὀξυφωνίας τοῦ παπᾶ. Συνήθως ἀντεῖχεν ὄρθιος ἐπὶ ὥρας, εἶτα ἐκάθητο εἰς τὸ σκαλοπάτι τοῦ βήματος κάτωθεν τῆς τελευταίας ἀριστερὰ εἰκόνος (ἥτις ἦτο συνήθως τοῦ Ἁγίου τοῦ ναοῦ). Ἡ μάννα του, ἐπειδὴ τὸν εἶχε μονογενῆ, συχνὰ ἔταζε καὶ παρεκάλει τοὺς Ἁγίους «νὰ τὸν κάμουν καλά». Πλὴν φαίνεται ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀρκετὰ καλά, σχεδὸν καλύτερα ἀπὸ πλείστους ἄλλους, καὶ οἱ Ἅγιοι δὲν ἔκρινον ὅτι ἐσύμφερε νὰ τοῦ δώσουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ μάννα του ὠνόμαζε «τὴν ὑγειά του», δηλ. τὴν ἐλευθερίαν νὰ κακουργῇ ἐν γνώσει.
*
* *
Ἡ ψαλμῳδία ἐξηκολούθει δι᾿ ὅλης τῆς νυκτός. Πενῆντα ἢ ἑκατὸν ἄνδρες καὶ παιδιά ―συνήθως εἶχον παραφάγει καὶ παραπίει― ἐκοιμῶντο ἔξω, ἀνάμεσα στοὺς σχοίνους, καὶ ὀκτὼ ἢ δώδεκα γυναῖκες, καὶ τρεῖς γέροι, εἰς τὰ στασίδια ἢ στὰς πλάκας τοῦ ναοῦ ἐκοιμῶντο καθήμενοι. Ἐνίοτε ἠκούετο τὸ ρογχάλισμα τοῦ ἱερέως μέσα ἀπ᾿ τὸ Ἁι-Βῆμα. Ὁ ψάλτης ὑπενύσταζε καὶ ἔκαμνε «μετάνοιες» ὄρθιος στὸ στασίδι, κι ὁ γερο-Δημητρός, ὁ πρῴην νεωκόρος κ᾿ ἐπίτροπος ἐπὶ τῶν ἐξωκκλησίων, χωρὶς ὁ νοῦς του ν᾿ ἀποσπᾶται ἀπ᾿ τὸ παγκάρι καὶ τὰ κηρία, ἔπαιρνε «δυὸ τροπάρια*» καθιστὸς στὸ στασίδι. Ὁ Γιάννης ἄγρυπνος δὲν ἔπαυε νὰ γελᾷ.
*
* *
Κάτω εἰς τὴν πολίχνην, ὅπου ὁ Γιάννης ἦτο εὐθυμία καὶ χαρὰ τῶν σπιτιῶν, ὁ ἴδιος ἐγέλα θορυβωδέστερον ὅταν συνήντα ἕνα ἀπὸ τοὺς περιπλανωμένους τοῦ χωριοῦ, σχεδὸν ὁμοιοπαθῆ του, ἢ τὸν Ζαχαρίαν τὸν Κοῦκκον, ἢ τὸν Τάσον τὸν Νικολήν, ἢ τὸ Ματὼ ἀπ᾿ τὸν Ἀπάνω Μαχαλάν. Τότε ἄνοιγε πράγματι ἡ καρδιά του. Ἐγέλα ἀκρατήτως, καὶ δὲν ἠμποροῦσε «νὰ μαζώξῃ τὸ στόμα του». Ἦτο ὡς νὰ ἔλεγε: «Χαίρομαι, ἀδελφέ μου, ποὺ σὲ βλέπω τέτοιον· οἱ ἄλλοι ποὺ μᾶς γελοῦν εἶναι πολὺ χειρότεροι».
Κ᾿ εἰς τὰ ξωκκλήσια, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγρυπνίας, συνήθως ἤρχετο μετὰ τὰ μεσάνυχτα πάντοτε, ἢ ὁ γερο-Δημήτρης ὁ Ἠπειρώτης ὁ νυχτοβάτης, ἢ ὁ πάτερ Ἰωακείμ, ὁ ἄστεγος μοναχός, συνήθως ξυπόλυτος καὶ ξεσκούφωτος. Ὅταν τὸν ἔβλεπεν ὁ Γιάννης, τότε ᾐσθάνετο ἄκραν εὐθυμίαν, κ᾿ ἐνετρύφα εἰς τὴν θέαν του. Ὁ Ἰωακεὶμ ἵστατο εἰς τὴν ἄλλην γωνίαν τοῦ Τέμπλου, δεξιά, καὶ συνήθως τοῦ ἔδιδον οἱ ψάλται νὰ διαβάσῃ τὸ Ψαλτήρι. Ὁ Γιάννης δὲν ἐχόρταινε νὰ τὸν κοιτάζῃ, κ᾿ ἐγέλα, ἐγέλα μὲ ἡδονὴν ἄρρητον.
*
* *
Καὶ ὅταν δὲν ἦτο πανηγύρι ὁ Γιάννης μὲ τὸ γαϊδουράκι ἔτρεχε συνήθως εἰς τὴν ἐξοχήν. Εἶχεν ἡ μάννα του μικροὺς ἐλαιῶνας καὶ χωραφάκια, κι ὁ πτωχὸς νέος φαίνεται ὅτι κάτι ἔκαμνεν εἰς γεωργικὰς ἀγγαρείας καὶ βοηθητικὰ ἔργα, μὲ ὅλην τὴν ἀδυναμίαν του. Ἀλλὰ καὶ τότε, ὅταν ἐπέρνα ἀπὸ ἐξωκκλήσι, ἐπέζευεν, ἔδενεν εἰς τὴν ρίζαν θύμου τὸ γαϊδούρι καὶ εἰσήρχετο εἰς τὸν ναΐσκον. Ἐκεῖ ἔβγαζεν ἀτάκτους φωνάς, θέλων νὰ μιμηθῇ τοὺς ψάλτας, καὶ κάποτε ἔβαλλε χεῖρα εἰς εἰκονίσματα καὶ τὰ κατεβίβαζε κάτω διὰ νὰ τὰ ξεσκονίσῃ, ὅπως ἐφρόνει· ἄλλοτε ἔβγαζε τὰ θυρόφυλλα τῆς Ἁγίας Πύλης, κ᾿ ἤρχιζε νὰ τὰ πελεκᾷ μὲ τὸ μικρὸν κλαδευτήρι ποὺ εἶχε. Πότε τὰ ἐπανέφερεν εἰς τὴν θέσιν των, καὶ πότε τ᾿ ἄφηνε κάτω εἰς τὸ ἔδαφος, ὅπου ἔτυχε.
*
* *
Ἡ Μαλαμὼ τοῦ μπαρμπα-Δημητροῦ, συμβία τοῦ Γιώργη τοῦ Πολύζου, ἦτο ἀπαράμιλλος εἰς τὴν θρησκευτικὴν εὐλάβειαν. Ἄλλη δὲν ἦτον ὡς αὐτὴ νὰ τρέχῃ διαρκῶς σ᾿ ὅλα τὰ ξωκκλήσια, νὰ τ᾿ ἀσβεστώνῃ, νὰ τὰ καλλωπίζῃ, ν᾿ ἀνάφτῃ τὰ κανδήλια, πότε μὲ λάδι δικό της, πότε ἐκ μέρους ἄλλων γυναικῶν εὐπορωτέρων της.
Εἶχε μετακομίσει στὶς πλάτες της πέντε ἢ ἓξ παλιοσάνιδα, τὰ ὁποῖα τῆς ἔδωκαν, διὰ νὰ ἐπισκευάσῃ τὴν στέγην τοῦ ναοῦ τοῦ Χριστοῦ στὸ Κάστρον. Ἡ Μαλαμώ, χάριν εὐκολίας, τὰ ἀπέθεσε προσωρινῶς ἔξωθεν τοῦ Κάστρου, πρὸ φοβεροῦ χάσματος τῆς παλαιᾶς γεφύρας, κ᾿ εἰς τὴν κάτω βαθμίδα τῆς ἰλιγγιώδους, μεγαλοβάθρου, κυκλοτεροῦς καὶ πλατείας σκάλας. Ἦτο μεσοβδόμαδα. Ἡ Μαλαμὼ ἔλεγε μέσα της: «Χριστιανὸς δὲν θὰ βρεθῇ νὰ τὰ κλέψῃ». Καὶ ὅμως εὑρέθη. Ὑψηλὰ ἀπὸ τὸ μικρὸν σαθρὸν καλύβι, ὅπου ἦτο ἓν παλιοχώραφον ἀνάμεσα εἰς τὰ ὀρμάνια, ὅπου ἔβοσκε πέντε ἢ ἓξ ψωραλέας αἶγας ὁ Νικολὸς ὁ Μπασιόλης, μακρόθεν ἐπὶ πολλὴν ὥραν ἐτηλεσκόπει τὴν Μαλαμώ, ὥστε εἶχε κάμει στὰ μάτια* νὰ τὴν κοιτάζῃ, κ᾿ ἐμορμύριζε μεγαλοφώνως μέσ᾿ στὰ δόντια του: «Ποῦ τὰ πάει αὐτή, τρομάρα της, τὰ παλιοσάνιδα;»
Τὴν ὑστεραίαν ἡ Μαλαμὼ εἶχε δουλειὰ στὸ σπίτι της, κάτω στὸ χωρίον, τρεῖς ὥρας δρόμον. Τὴν τρίτην ἡμέραν δὲν εὐκαιροῦσεν ὁ σύζυγός της, ὁποὺ ἦτον ὀλίγον κτίστης, ἀλλὰ καὶ ἀγωγιάτης καὶ γεωργός. Τὴν ἄλλην ἦτο Σάββατον, κ᾿ ἡ Μαλαμὼ ἐκατάφερε τὸν σύζυγόν της νὰ ὑπάγουν, μαζὶ καὶ τὸ μουλάρι, νὰ κουβαλήσῃ αὐτὸς ἄμμον κι ἀσβέστην ἀπὸ μίαν ἀνεμιαίαν ἔπαυλιν, ὄχι πολὺ μακρὰν τοῦ Κάστρου, νὰ εἰσέλθουν φέροντες καὶ τὰ σανίδια τ᾿ ἀποτεθειμένα ἔξω, νὰ φθάσουν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Σωτῆρος, κι αὐτὴ ν᾿ ἀσβεστώσῃ, κ᾿ ἐκεῖνος ν᾿ ἀνεβῇ στὸν τοῖχον, πατῶν ὡς εἰς σκαλωσιὲς εἰς τὰ λιποπετροῦντα τοιχία τὰ πλαγινά, νὰ καρφώσῃ τὰ σανίδια εἰς τὸ ἐλλιπὲς μέρος τῆς στέγης, νὰ τὰ ἐπιχρίσῃ μὲ τὴν κονίαν ποὺ θὰ ἐζύμωνε μὲ τὰ ὑλικὰ ποὺ ἔμελλε νὰ μετακομίσεις.
.
Φθάνουν εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ Κάστρου, κάτω εἰς τὸ βαραθρῶδες τοῦ χάσματος, κοιτάζει ἡ Μαλαμώ. Τὰ σανίδια ἔλειπαν. Ἔκαμε πολλοὺς σταυρούς, ἠπόρησεν, ἠγανάκτησε.
― Τὸ λοιπόν, ποῦ τά ᾽χεις βάλει τὰ σανίδια; ἠρώτησεν ὁ Πολύζος.
―Ἐδῶ τὰ εἶχα βαλμένα, στὸ κάτω σκαλοπάτι τ᾿ ἀκούμπησα.
― Ποῦ εἶναί τα, τὸ λοιπόν;
― Ποῦ ᾽ν᾿ τα; Νὰ κοπῇ τὸ χεράκι του ὅποιος τὰ πῆρε.
― Δὲν σοῦ ᾽πα ἐγώ, βλοημένη, νὰ μὴν κάνῃς μισὲς δουλειές; Ἢ νὰ καρτερέσῃς ἔπρεπε ν᾿ ἀδειάσω, νὰ τὰ κουβαλήσω μὲ τὸ μουλάρι, ἤ, ἀφοῦ τά ᾽φερες, νά ᾽κανες ἀκόμα ἕναν κόπον νὰ τὰ πᾷς ὣς μέσα στὴν Ἐκκλησιά.
― Καὶ ποιὸς ξέρει, ἂν δὲν θὰ τὰ βροῦμε μὲς στὴν Ἐκκλησιά, εἶπε τὸ Μαλαμὼ μὲ εὔκολον θάρρος καὶ πρὸς ἰδίαν της παρηγορίαν. Ἔλα, Χριστέ μου, καμμιὰ καλὴ Χριστιανὴ θὰ ἦρθε χτὲς-προχτὲς ν᾿ ἀνάψῃ τὰ κανδήλια, καὶ τὴν ἐφώτισ᾿ ὁ Θεὸς καὶ τὰ κουβάλησε.
―Ἄμποτε!
Ὁ Πολύζος ἐξεφόρτωσε τὰ ὑλικὰ ἀπὸ τὸ ζῷον, ἔδεσε τὸ ζῷόν του, ἀνέβασε μὲ πολὺν κόπον πρῶτον τὸν σάκκον τῆς ἄμμου, εἶτα τὴν κοπάναν* μὲ τὸν ἀσβέστην ἀνὰ τὴν ὑψηλὴν φοβερὰν σκάλαν, ἡ γυνὴ ἀνῆλθε μὲ τὸ καλαθάκι της, ὅπου εἶχε λάδι, κηρία, ὡς καὶ μικρὰν προμήθειαν τροφίμων. Εἶτα ἐφορτώθη αὐτὴ τὸν ἀσβέστην, ὁ ἀνήρ της ἐπῆρε τὴν ἄμμον καὶ τὸ καλαθάκι, ὑπερέβησαν τὴν σιδηρᾶν πύλην, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ παλαιὸν ἔρημον χωρίον. Μετὰ δέκα λεπτὰ ἔφθασαν πρὸ τοῦ ναοῦ. Ἐξεφορτώθησαν, ἐκάθισαν νὰ ξαποστάσουν. Τῆς ἐφάνη τῆς Μαλαμῶς ὅτι ἤκουε κάτι ὡς χαλαρὰν καὶ ἄρρυθμον ψαλμῳδίαν ἔσωθεν τοῦ ναοῦ. Δὲν ἐπίστευσε τ᾿ αὐτιά της. Ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν, τὴν ὤθησεν. Ἡ θύρα ἦτο κλεισμένη ἔνδοθεν. Ἠκούοντο τώρα εὐκρινέστερον αἱ ἄμουσοι ψαλμῳδίαι.
―Ὤχ, Θέ μου, τί νὰ εἶναι; εἶπε τὸ Μαλαμώ. Ἔλα, Πολύζο, νὰ ἰδῇς καὶ ν᾿ ἀκούσῃς. Ἡ πόρτα εἶναι κλειδωμένη ἀπὸ μέσα.
Ἐπλησίασεν ὁ ἄνθρωπος, ἔκρουσεν, ὤθησεν ἰσχυρῶς. Εἰς μάτην. Ἡ θύρα ἦτο πράγματι μανδαλωμένη.
― Τί πειρασμὸς εἶναι αὐτός; ἔκραξε τὸ Μαλαμώ, συνάπτουσα τὰς χεῖρας. Τὰ σανίδια λείπουν ἀπ᾿ ἔξω, ἡ πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς κλειδωμένη, κι οὐρλιάσματα ἄχαρα ἀκούονται μέσα. Τί νά ᾽ν᾿ αὐτό; Μπαίνουν τάχα καὶ στὶς ἐκκλησιὲς πειρασμικὰ* πράγματα;
Ἀπ᾿ ὅλον τὸν ἀκατάληπτον βόμβον τοῦ ἤχου τοῦ ἀκουομένου, ἡ ἀκοή των αἴφνης διέκρινε δὶς ἢ τρὶς τὰς λέξεις: «Χριστὸς Ἀνέστη».
― Χριστὸς Ἀνέστη, ἐπανέλαβεν ἡ Μαλαμώ. Κι ἀκόμα τώρα πέρασε τὸ μεσοσαράκοστο.
Ἦτο τῷ ὄντι Σάββατον τῆς Δ´ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν.
― Μὴν πηαίνῃ ἀλὰ φράγκα αὐτὸς ποὺ εἶναι μέσα; εἶπεν ὁ Πολύζος.
― Στοιχειὸ θὰ εἶναι· ξωρκισμένος ὀξαποδῶ, ἀπήντησεν ἡ Μαλαμώ.
― Κανένας μουρλὸς θὰ εἶναι, εἶπεν ὁ Πολύζος. Ἂς ἰδοῦμε. Μὴν εἶν᾿ ἐκεῖνος ὁ Γιάννης τῆς Λέκαινας;
Ἔκρουσε πάλιν δυνατώτερα τὴν θύραν. Εἶτα ἀνέβλεψεν ἀνὰ τὸν τοῖχον, κ᾿ ἔδειξεν εἰς ὕψος δύο ὀργυιῶν σχεδὸν τὸν μικρὸν φεγγίτην μὲ τὴν χρωματιστὴν ὕαλον, ποὺ ἔφεγγε τὸν ναὸν ἀπὸ τὴν δεξιὰν πλευράν.
― Νὰ μποροῦσα ν᾿ ἀνεβῶ κεῖ ἀπάνω, εἶπεν. Ἔλα, βόηθα, Μαλαμώ, νὰ σωρέψουμε πέτρες πολλές, νὰ τὶς στερεώσουμε, γιὰ ν᾿ ἀνεβῶ ὣς ἐκεῖ.
― Δὲν φωνάζουμε μιά; εἶπε τὸ Μαλαμώ, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε φωνὴ καὶ ἀκρόασις.
Ἤρχισαν ν᾿ ἀποκόπτουν λίθους ἀπὸ τὰ ἐρείπια τῶν παλαιῶν οἰκιῶν ἐδῶθεν κ᾿ ἐκεῖθεν. Ὅταν συνέλεξαν λίθους ἀρκετούς, ἤρχισεν ὁ Πολύζος νὰ τοὺς στοιβάζῃ εἰς σωρόν. Πλὴν τότε παρ᾿ ἐλπίδα ἠκούσθη κρότος μανδάλου ἢ μοχλίου ἀποσυρομένου καὶ ὀξὺς γέλως ἤχησεν εἰς τὸ χάσμα τῆς διανοιγείσης θύρας.
Ἦτο τῷ ὄντι ὁ Γιάννης τοῦ Λέκα. Ὑπεδέχετο μὲ παιδικοὺς καγχασμοὺς τὴν γυναῖκα καὶ τὸν ἄνδρα της.
―Ἄ! Ἐσύ ᾽σαι λοχεμένε*! εἶπεν ἡ Μαλαμώ· γιατί δὲν ἀκοῦς τόσην ὥρα ποὺ σὲ φωνάζουμε;
Ὁ Γιάννης ἀπήντησε διὰ νέου καγχασμοῦ. Ἐστράφησαν πρὸς τὴν θύραν, καὶ εἶδον τὰ ἐντός.
Ὁ Γιάννης εἶχεν ἀνάψει στὰ μανάλια ὅλα τ᾿ ἀπόκηρα, ὅσα εἶχεν εὑρεῖ ἐκεῖ, εἶχε χύσει τὸ λάδι ἀπὸ τὰ κανδήλια, εἶχε κενώσει ὅλον τὸ λαδικόν, ποὺ ηὗρεν εἰς τὸ ἑρμάρι τῆς βορειοδυτικῆς γωνίας, καὶ εἶχε κατορθώσει νὰ [τ᾿] ἀνάψῃ ὡς πυροφάνι μόνον δύο κανδήλια ἐκ τῶν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ τῶν πρὸ τοῦ Τέμπλου καὶ τοῦ προσκυνηταρίου, καὶ ηὐφραίνετο ψάλλων τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη», ὅπως αὐτὸς ἤξευρεν. Εἶχε βαρεθῆ τὴν Σαρακοστήν, ἐπόθει τὸ Πάσχα, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ προεορτάζῃ.
Ἀφοῦ ἐγέλασεν ἀρκετά, ἡ Μαλαμὼ ἔσβησε τ᾿ ἀπόκηρα, ἐπροσπάθησε νὰ σκουπίσῃ τὰ χυμένα λάδια, καὶ εἶτα ἐμελέτα ν᾿ ἀρχίσῃ τὸ ἀσβέστωμα. Ἐλησμόνει ἤδη τὰ χαμένα σανίδια. Ἀλλ᾿ ὁ Πολύζος εἶπε:
― Καὶ ποῦ ᾽ν᾿ τὰ σανίδια, Μαλαμώ;
― Ποῦ ᾽ν᾿ τα, μαθές; ἐπανέλαβεν ἡ γυνή.
Τυχαίως καὶ στὸν βρόντον ἡ γυνὴ ἐστράφη πρὸς τὸν πτωχὸν νέον, καὶ τὸν ἠρώτησε:
― Μὴν εἶδες, Γιάννη, τὰ σανίδια πουθενά;
Ὁ ἄκακος νέος ἀπήντησε μόνον:
― Κουβάλας.
Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος τῷ ὄντι εἶχε συναντήσει τὸν Γιάννην κατὰ τὴν προχθές, τὴν ὥραν ὁποὺ ἐκουβάλα τὰ κλοπιμαῖα. Τοῦ ἔδωκε δύο ξυλιὲς ὡς ἀρραβῶνα, καὶ τὸν ἐφοβέρισε νὰ μὴν μαρτυρήσῃ τίποτε. Ὁ Γιάννης ἀπήντησε μὲ τὸ παγωμένον γέλιο του.
Εἶχε ξεχάσει τὶς ξυλιές, ὡς καὶ τὴν φοβέραν. Τὴν ἐπαύριον ἀνεῦρε τὰ κλοπιμαῖα ἡ Μαλαμώ.
(1914)

ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ Α Παπαδιαμάντη

ΤΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ

Ἐκείνην τὴν βραδιὰν εἶχε μείνει διὰ νὰ φυλάξῃ τὰ κορίτσια τὴν νύκτα, ὁποὺ εἶναι πάντοτε μυστήριον καὶ ἀβεβαιότης, ὁ μπαρμπα-Σταμάτης ὁ Καρδοπάκης. Ἦτο φαιδρὸς καὶ πρόθυμος γέρων, μικρόσωμος, «παρηγοριὰ» τοῦ χωριοῦ. Ἤξευρεν ἑκάστοτε νὰ λέγῃ στὰ κορίτσια χίλια τραγούδια, ὄνειρα, παραμύθια. Παντοῦ τὸν εὕρισκες, παντοῦ ἦτο παρών, στὰ σπίτια, στὰ μαγαζιά, στὰ ξωκκλήσια, στὰ καλύβια. Ἔπινε 〈τὸ〉 ρακὶ ὁποὺ τοῦ ἔδιδες, καὶ ποτὲ δὲν σοῦ «χαλνοῦσε τὸ χατίρι» νὰ πάῃ μίαν ὥραν δρόμον, διὰ θέλημα. Ἐκεῖνο τὸ δειλινόν, καθὼς ἀνέβαινε τὸ βουνὸν πρὸς τὰ ἐπάνω, εἶχε περάσει ἀπὸ τὸν μύλον τοῦ Ἀντώνη τῆς Σάββαινας, κάτω στὰ Βουρλίδια, εἰς τὴν βαθεῖαν κοιλάδα τὴν σύσκιον καὶ ὑγρὰν δι᾿ ὅλου τοῦ ἔτους. Κ᾿ ἐκεῖ κάτι εἶχεν ἰδεῖ καὶ ἀκούσει. Ὅταν ἔφθασεν, εἶπε τὰ μαντᾶτα στὰ δύο κορίτσια, στὴν Σοφίαν τὴν νεαρὰν χήραν, καὶ τὴν Λουκρητίαν τὴν νεαρὰν ἀδελφήν της· κ᾿ αἱ δύο χαριτωμέναι κόραι τὸν ἐκράτησαν διὰ συντροφιάν, νὰ κοιμηθῇ ὑπὸ τὴν αὐτὴν στέγην, εἰς τὸν μύλον μαζί τους, διὰ συντροφιὰν καὶ παρηγοριάν. Ἀπὸ μύλον εἰς μύλον εἶχεν ἐκδουλεύσεις ὁ Σταμάτης. Ἡ Σοφία εἶχεν ὑπανδρευθῆ μόλις πρὸ τριῶν ἐτῶν, ὅταν ἦτο δεκαοκτὼ χρόνων. Ἦσαν ὀρφαναί, καὶ εἶχον ἀνατραφῆ εἰς ἄλλον τόπον, ἂν καὶ κατήγοντο ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος. Εὑρέθησαν χωρὶς προστάτην, καὶ ὅταν ἐπαρουσιάσθη διὰ τὴν Σοφίαν ἀνέλπιστος γαμβρός, παραπάνω ἀπὸ ἑξῆντα χρόνων, καλοκαμωμένος καὶ ἀκμαῖος, ὁ Μανώλης τοῦ Ἀγάλλου, αὐτὴ τὸν ἐπῆρεν, ἂν καὶ δὲν τὸν ἤθελε. Τί νὰ κάμῃ; Φτώχεια, ὀρφάνια, ἐρημία. Ὁ Μανώλης εἶχε σύνταξιν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν (ὅπου εἶχε ζήσει 30 χρόνια ὡς λεμβοῦχος), ― καταθέσεις εἰς τὸ Κρεντὶ Λυονναί, καὶ προσέτι, ὅταν μετὰ τόσα χρόνια ἐπέστρεψεν εἰς τὴν πατρίδα, εὗρεν ἀρκετὰ πατρικά του κτήματα, χερσωμένα καὶ καταπατημένα, κ᾿ ἐξώδευσε πολλὰ διὰ νὰ τὰ διεκδικήσῃ καὶ τὰ καλλιεργήσῃ. Τὸν ἐφώτισεν ὁ Θεός, ὅταν ἐνυμφεύθη τὴν Σοφίαν, καὶ τῆς τὰ «ἔκαμεν ὅλα ἐπάνω της». Οἱ συγγενεῖς του ἐγόγγυσαν διὰ τοῦτο, ἀλλὰ τί τοὺς ἔπταιεν ἡ πτωχὴ Σοφία; Ἂς μὴν ἐγύρευεν ὁ Ἀγάλλος πανδρειά.
Ὁ Μανώλης ἔζησε δύο χρόνια καὶ ἀπέθανεν. Ἡ Σοφία τὰ ἐκληρονόμησεν ὅλα, μαζὶ καὶ τὸν μύλον αὐτόν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀνακαινίσει ἐσχάτως ὁ μακαρίτης. Ἐκεῖ ἔμειναν ἐπὶ ἑβδομάδας, τὸ φθινόπωρον ἐκεῖνο, αἱ δύο ἀδελφαί. Εἰς τὴν ἀρχὴν εἶχον συντροφιάν, διότι ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι νερόμυλοι εἰς τὸ ρέμα τῆς Κεχριᾶς. Ἐκεῖ, τὸν κατήφορον, ἦτον ὁ μύλος τῆς Μοσχαδῶς τῆς χήρας, ὁ μύλος τοῦ Δήμου τοῦ Μανιάτη. Ἀλλ᾿ αἱ ἐργασίαι ὠλιγόστευσαν, κ᾿ οἱ γείτονες ἔφυγαν. Ἔλειπαν τὸν περισσότερον καιρόν, καὶ τὰ «δυὸ κορίτσια» ἐξηκολούθουν νὰ μένουν πάντοτε ἐκεῖ, μὴ ἔχουσαι ποῦ ἀλλοῦ νὰ κλίνουν τὴν κεφαλήν, διότι οἱ συγγενεῖς τοῦ Ἀγάλλου εἶχον ἀποπειραθῆ (μετὰ τὴν κηδείαν) νὰ καταλάβωσι τὴν οἰκίαν, κ᾿ ἐνήργησαν νὰ σφραγισθῇ ἡ θύρα καὶ ἡ ὑπόθεσις, εἰς τὰς χεῖρας τῶν δικολάβων καὶ τῶν δωροφάγων, ἔμενεν ἀκόμη «ἐγκρεμής». Ἐκεῖ λοιπὸν εἶχον ἀναγκασθῆ νὰ κλεισθοῦν, εἰς τὸν μύλον.
Ἐκεῖ τὰς ηὗρεν ὁ Σταμάτης ὁ Καρδοπάκης, καὶ ἀφοῦ τὲς εἶπε τί εἶχε μάθει, τὸν ἐκράτησαν νὰ κοιμηθῇ ἐκεῖ. Ἀφοῦ ἐσταμάτησαν τὸν μύλον, κ᾿ ἐπῆραν τὸ «ἐξάγι»* ἀπὸ τὸ τελευταῖον ἄλεσμα τῆς ἡμέρας, ἐκάθισαν νὰ δειπνήσουν ἐλιές, τυρὶ καὶ πλακόπιτταν* ὀπτήν, τὴν ὁποίαν εἶχε ψήσει εἰς ὀλίγα λεπτά, ἀνάψασα φωτιὰν ἐν ὑπαίθρῳ, ὡς εἶδος ἑστίας ἢ καμίνου, κατὰ τὸ πρόθυρον τοῦ κτιρίου, ἡ Λουκρητία. Κατόπιν ὁ μικρὸς γέρων ἤρχισε νὰ διηγῆται παραμύθια χειμερινά, καὶ ν᾿ ἀπαγγέλλῃ αἰσθηματικὰ δίστιχα. Αἱ δύο κόραι, μὲ τὸ πλέξιμόν τους εἰς τὸ στέρνον, τὸν ἤκουον μὲ τὸ ἓν αὐτὶ κ᾿ ἐγέλων χωρὶς ὄρεξιν. Ὁ Σταμάτης ἔψαλλε καὶ τραγούδια ἀνάμεσα*, διὰ νὰ τὰς κάμῃ νὰ διασκεδάσουν καὶ ἀποσπάσῃ τὸν νοῦν των ἀπὸ τὴν τυραννοῦσαν σκέψιν. Διότι ἦτο διωγμὸς ἐναντίον των ἐκ μέρους τῶν συγγενῶν τοῦ μακαρίτου, καὶ ἄλλαι ἀκόμη σκευωρίαι καὶ ρᾳδιουργίαι. Τέλος ὁ γερο-Σταμάτης ἐνύσταξεν· αἱ δύο ἀδελφαί, ἂν καὶ δέν εἶχον ὕπνον, ἐσηκώθησαν κ᾿ ἔκαμαν τὴν προσευχήν των ἐμπρὸς εἰς τὸ Τριμόρφι (εἰκόνα φέρουσαν τὸν Χριστόν, τὴν Παναγίαν καὶ τὸν Πρόδρομον) ὑπὸ τὸ ἀναμένον κανδήλι, ὁποὺ ἔφεγγε γλυκὰ ἐκεῖ εἰς τὴν ἐρημικὴν φωλεάν των.
Ἔστρωσαν σινδόνα καὶ βελέντζαν διὰ τὸν Σταμάτην, ἐπὶ τοῦ μικροῦ σανιδώματος, ἄνω τῶν τριῶν ἢ τεσσάρων βαθμίδων τοῦ μικροῦ πατώματος. Αὐταὶ ἐπλάγιασαν ἐντεῦθεν τῆς θύρας, τῆς μὴ ἐχούσης θυρόφυλλα, ἐπὶ τοῦ ἰδίου δαπέδου. Ὁ γερο-Σταμάτης ἦτο καλὰ ἐκεῖ, διὰ νὰ εἶναι πλησιέστερα εἰς τὴν ἔξω θύραν, καὶ ν᾿ ἀκούσῃ πάντα τυχὸν κρότον μέλλοντα ν᾿ ἀκουσθῇ ἔξω. Ἐπειδὴ ἐκαυχᾶτο ὅτι ἦτο ἄγρυπνος πάντοτε καὶ τὸν εἶχον ἐπονομάσει τινὲς «φύλακα τῶν κοριτσιῶν». Δίπλα εἰς τὸ μικρὸν πάτωμα ἦτο ἡ καθαυτὸ μηχανή, ὁ κύριος μύλος. Ὑποκάτω τοῦ πατώματος ἦτο ἡ διέξοδος τοῦ νερομύλου πρὸς τὸν κατήφορον, δυτικά, εἰς τὸ ρεῦμα.
*
* *
Ὁ Καρδοπάκης εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, καὶ ἀντὶ ν᾿ ἀκούῃ αὐτὸς τοὺς κρότους τοὺς ἔξω, ἤκουον αἱ δύο κόραι τὸν ρογχαλισμόν του. Ἔξω ἐφύσα λεπτὴ αὔρα, κ᾿ ἠκούετο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ὁ θροῦς τῶν φύλλων. Ὁ μικρὸς χείμαρρος κατήρχετο μελαγχολικῶς ἀπὸ τὴν δροσερὰν σπηλιάν, παραπλεύρως καὶ ὀλίγον χαμηλότερα τοῦ παλαιοῦ ἐρήμου μοναστηρίου τῆς Κεχριᾶς, κ᾿ ἐκελάρυζε τὴν νύκτα ἀνάμεσα εἰς τοὺς βράχους καὶ τοὺς θάμνους, καὶ πότε ἔπιπτεν εἰς μικροὺς καταρράκτας μὲ ὁρμήν, πότε ἐστρώνετο εἰς μαλακὸν ρεῖθρον ὡς ἔλαιον ἐπὶ τῆς ἄμμου καὶ τῶν χαλίκων. Καβούρια καὶ χέλια μικρὰ θὰ ἠδύνατο νὰ ψαρεύσῃ ἐκεῖ τὴν ἡμέραν εὐκαιρῶν ἄνθρωπος. Τὰ δένδρα ἔσμιγον εἰς τρυφερὰς περιπτύξεις ἐκεῖ τὴν νύκτα, καὶ ὁ κισσὸς καὶ τὸ κλῆμα ἀνερριχῶντο εἰς τὰ ὕψη τῶν κλάδων, καὶ καρποὶ μελαμβριθεῖς ἐκρέμαντο εἰς τὰ ἀκροκλώνια, διὰ νὰ δίδεται τροφὴ εἰς ὅλα τὰ πτερωτὰ καὶ τὰ ὄρνεα, τὰ ἐπικαλούμενα τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου. Καὶ θνητὸς ἄνθρωπος δὲν ἠδύνατο ν᾿ ἀναβῇ ἐκεῖ, οὐδὲ νὰ καταβῇ, ἐκτὸς ἂν ἦτον οὐρανοπετής. «Οὐδέ κεν ἀμβαίη βροτὸς ἀνήρ, οὐ καταβαίη». Καὶ τ᾿ ἄντρα τριγύρω ἐφύσων ὡς κινύραι τῆς νυκτὸς εἰς τὸ σκότος, κ᾿ ἡ Ἠχὼ ἔμελπε τοὺς στρυφνοὺς διφορουμένους χρησμούς της: «Ἐθέλω εἰπεῖν τί-τί; ― Λέξον ὡς ἐρῶ-ἐρῶ»1. Καὶ τὰ ἄστρα κατέφεγγον ὅλην τὴν κοιλάδα, ὡς μαγευμένα, καὶ *** ὁ Γαλαξίας, κ᾿ ἡ Πήχη, καὶ ἡ Πούλια, καὶ τ᾿ Ἁμάξι, καὶ οἱ δύο Ἀδελφοί, ὁποὺ τελευταῖοι ἐβασίλευον πέραν ἐκεῖ, εἰς τὰ καταμέλανα βουνὰ τῆς Στερεᾶς, εἰς τὸ ἀνάβαθρον τοῦ οὐρανοῦ, τὸ Πήλιον. Μόνον μία νεράιδα ἐρημική, βαθυπλόκαμος, ἀπετόλμα τὴν νύκτα καὶ κατήρχετο εἰς τὸ ρεῦμα, κ᾿ ἐμπιστευομένη εἰς τὸ ἐχέμυθον τῆς νυκτὸς ἀπέβαλλε τὸν πέπλον, κ᾿ ἐλούετο εἰς τὰ κρύα νερὰ τοῦ λάκκου, τῆς στέρνας, εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ μύλου, ἐπάνω τῆς στέγης. Καὶ δύο δειλὰ ὄμματα σατύρων, νεόπλαστοι βλαστοὶ τῆς αἰπολικῆς γενεᾶς, προέκυπτον διὰ μέσου τῶν κλάδων, ὑψηλὰ εἰς τὰ δένδρα, καὶ ἠγωνίζοντο ν᾿ ἀνακαλύψωσι τὸ μυστήριον τῆς καλλονῆς ἐκεῖ εἰς τὸ σκότος. Καὶ τότε ἡ Ἠχὼ θὰ ἠδύνατο, καθὼς τὸ πάλαι, εἰς τὴν ἐξομολόγησιν τοῦ Ἐρῶντος, νὰ ἐπαναλάβῃ: Ἐρῶ, ἐρῶ.
*
* *
Ὁ Σταμάτης ὁ Καρδοπάκης δὲν εἶχε χορτάσει τὸν ὕπνον. Θὰ ἦτο μία μετὰ τὰ μεσάνυκτα καὶ ἡ Σοφία δὲν εἶχεν ἀποκοιμηθῆ ἀκόμη ― τόσον νέα εἶχε λάβει πικρὰν πεῖραν τοῦ κόσμου. Ἡ μικρὰ Λουκρητία εἶχε κλείσει τὰ ὄμματα, διότι ἦτο μόλις δεκαεπτὰ ἐτῶν καὶ δὲν εἶχε γνωρίσει ἀκόμη τὰ πάθη καὶ τὰ βάσανα. Εἰς τὰς ὥρας ἐκείνας τοῦ μυστηρίου καὶ τῆς σιγῆς, ὅταν ἡ αὔρα ἡ ἑσπερινὴ εἶχεν ἀποκάμει νὰ πνέῃ καὶ ἄνεμος ὄρθριος δὲν ἐφύσα, καὶ ἦτο ζέστη φθινοπωρινή, διώκτρια τοῦ ὕπνου ―καὶ τὰ ἄστρα, ὡς μαγευμένα, τρέμοντα ἔφεγγον ἐκεῖ ἐπάνω εἰς τὸ ἄπειρον― τότε ἠκούσθη θροῦς, κρότος μαλακός, ἐπαισθητὸς εἰς τὰ ὦτα τῆς Σοφίας. Ἠκούσθησαν ἀόριστοι ψιθυρισμοί, ἀμυδροὶ ἦχοι, ὡς ὁμιλίαι ἀνθρώπων ἐν ὀνείρῳ. Ἡ νέα ἀνεσηκώθη ἐπὶ τοῦ προσκεφάλου της, στηρίζουσα εἰς τὸν βραχίονα τὴν παρειὰν καὶ ἠκροάσθη. Οἱ ψίθυροι, ἂν καὶ πολὺ ἤρεμοι, τῆς ἐφάνηκαν πράγματι ὑπαρκτοί, καὶ δὲν τὴν ἐπλάνα ἡ φαντασία, οὔτε τὴν ἐγέλων τὰ ὦτά της.
Ἀνελογίσθη τότε τί τῆς εἶχεν εἰπεῖ ὁ γερο-Καρδοπάκης, ὅταν ἔφθασε τὸ δειλινὸν εἰς τὸν μύλον. Εἰς τὰ Βουρλίδια, ἐκεῖ κάτω, ὄχι μακρὰν τοῦ χωρίου, ὁποὺ ἀπεῖχε μιᾶς καὶ πλέον ὥρας δρόμον ἀπεδῶ, ἐκεῖ ἦτο καταφύγιον καὶ τόπος συναντήσεως διὰ τοὺς ·γύρω στὸν μύλον τῆς Σάββαινας‚ νέους κυνηγούς, διὰ μερικοὺς νεαροὺς βοσκοὺς τῆς νέας γενεᾶς, ὁποὺ ἐφύσων αὐλὸν καὶ ἔψαλλον κινύραν, ἀκόμη καὶ διὰ ξεπεσμένα ἀρχοντόπουλα τῆς μικρᾶς πολίχνης, ὁποὺ ἠσχολοῦντο εἰς «ἐργολαβίας»* καὶ ἐπιχειρήσεις ἐρωτικάς. Ὁ γερο-Σταμάτης, ἂν δὲν ἠπατήθη, ἢ δὲν ἤθελε νὰ «πουλήσῃ δούλεψιν», εἶχεν ἀκούσει, εἰς τὸ πέρασμά του, σχέδια καὶ μηχανορραφίας μελετωμένας μεταξὺ τῶν νέων αὐτῶν, ἐξ ὧν εὗρε πέντε ἢ ἓξ συνηθροισμένους εἰς τὴν δροσερὰν κοιλάδα τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Φαίνεται ὅτι ἐπρόκειτο, καθὼς ὑπώπτευσεν ἐκ τῶν ὅσα ἤκουσεν ὁ εὔθυμος γέρων, «γιὰ νὰ κλέψουν ἢ τὴν Σοφιὰ ἢ τὴ Λουκρητία». Ἐγίνοντο δηλαδὴ μελέται περὶ ἀπαγωγῆς τῆς μιᾶς τῶν δύο ἀδελφῶν ὑπὸ τῶν ἐρωτύλων ἢ τῶν «κυνηγῶν» ἐκείνων. Καὶ εἰς τὰ συμβούλια ταῦτα ἦτο παρών, ὡς ἐμαρτύρει ὁ Καρδοπάκης, καὶ εἷς τῶν νεωτέρων συγγενῶν τοῦ μακαρίτου Ἀγάλλου, ἀνεψιός του ἐξ ἀδελφοῦ. Ἦτο μᾶλλον θετὸς υἱὸς τοῦ ἀδελφοῦ του, ἀλλὰ τόσον χειρότερα. Διότι καὶ χρηματικῶς καὶ ἐρωτικῶς ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐνδιεφέρετο εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Οἱ συγγενεῖς λοιπὸν τοῦ Ἀγάλλου, ὡς ἔλεγεν ὁ γερο-Σταμάτης, «εἶχαν τὴν οὐρά τους μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴ βρωμοδουλειά». Εἶχον διπλοῦν συμφέρον, νὰ δυσφημισθῇ ἡ νεαρὰ χήρα, διὰ νὰ καταφάγουν αὐτοὶ τὴν κληρονομίαν.
Ἡ Σοφία ἔτεινεν ἰσχυρῶς τὰ ὦτα, καὶ οἱ ψίθυροι ἐγίνοντο εὐκρινέστεροι. Τότε ἐσηκώθη σιγά, ἐπάτησε μὲ τοὺς πόδας γυμνοὺς δύο βήματα, καὶ ἤνοιξεν ἓν μικρὸν συρτάρι εἰς χαμηλὸν σκαμνοτράπεζον παρὰ τὸν τοῖχον.
Τὴν στιγμὴν ποὺ ἤνοιξε τὸ συρτάρι ἐνθυμήθη νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ θεῖα. Ἐστράφη, κ᾿ ἔκαμε τρεῖς σταυροὺς πρὸς τὸ εἰκόνισμα ὑπὸ τὸ τρέμον γλυκὺ φῶς τοῦ κανδηλίου, ὅπου ἐφαίνοντο ὡς ὄνειρον αἱ τρεῖς διαλάμπουσαι μορφαί. Εἶτα ἐπανεστράφη πρὸς τὸ ἔπιπλον, ἐβύθισε τὴν χεῖρα, κ᾿ ἔλαβεν ἐκεῖθεν ἓν ρεβόλβερ.
Ἦτο τὸ περίστροφον τοῦ μακαρίτου τοῦ ἀνδρός της, ὅστις τὴν εἶχε νυμφευθῆ ἀπὸ ὄψιμον ἔρωτα, κ᾿ ἐφάνη τόσον καλὸς πρὸς αὐτήν. Ἡ Σοφία τὸ ἐζύγισεν εἰς τὴν χεῖρα, ἐβεβαιώθη, ἂν καὶ τὸ ἤξευρεν, ὅτι ἦτο γεμᾶτον, ἐστάθη μίαν στιγμήν, διὰ νὰ ἀκροασθῇ ἀκόμη. Δὲν ἀπεφάσισε νὰ ἐξυπνήσῃ τὴν ἀδελφήν της, ἥτις εἶχεν ἀποκοιμηθῆ πρὸ μικροῦ.
Ἐβάδισε τρία βήματα πρὸς τὴν θύραν τὴν ἄνευ παραθύρου, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ἔρρεγχεν ὁ γερο-Σταμάτης. Ἔκυψε, τοῦ ἔθιξε τὸν ὦμον, τὸν ἔσεισεν. Ὁ γέρων ἔβλεπε νεανικὰ ὄνειρα εἰς τὸν ὕπνον του. Μόλις ᾐσθάνθη τὸ σείσιμον, ἐγύρισε νὰ στραφῇ ἀπὸ τὸ ἄλλο πλευρόν, κ᾿ ἐμορμύρισε μὲ θρηνώδη φωνήν:
― Τί μὲ πικραίνεις, Κατερίνα, Κατερινάκι μου;… Γονάτισα, μοιρολόησα ἀπάνω στὸν τάφο σου, σὰ γυναίκα… σοῦ εἶπα τόσα λυπητερὰ τραγούδια.
Ἐνθυμεῖτο τὴν μακαρίτισσαν τὴν γυναῖκά του, ὁποὺ τὴν εἶχε θάψει πρὸ ἑπτὰ ἐτῶν καὶ ἀκόμη δὲν εἶχε παρηγορηθῆ διὰ τὴν στέρησίν της.
― Μπαρμπα-Σταμάτῃ σήκω!… ἦρθαν κεῖνοι πού ᾽λεγες… Μᾶς περικύκλωσαν ἀπόξω.
Καὶ πάλι τὸν ἔσεισε σφοδρότερον εἰς τὸν ὦμον. Ὁ γερο-Σταμάτης ἔτριψε τὰ ὄμματα, ἔκαμε ν᾿ ἀνασηκωθῇ, καὶ πάλιν ἔπεσεν εἰς τὸ πενιχρόν, σκληρὸν προσκέφαλον ἡ κεφαλή του. Ἐντοσούτῳ τὴν ἀνεγνώρισε.
― Τί μολογᾷς, Σοφία; τῆς εἶπε. Γλυκὸς ὁ ὕπνος τὴν αὐγή.
― Δὲν εἶναι ἀκόμη αὐγή, μπαρμπα-Σταμάτη, εἶπεν ἀγωνιῶσα ἡ Σοφία, μὰ εἶναι ἀπόξω, εἶναι… ποὺ τὸ μάτι τους νὰ βγῇ!
― Καὶ τί θὰ καταλάβῃς νὰ τοὺς βγῇ τὸ μάτι, Σοφία; εἶπεν ἐμπνεόμενος εἰς ἀντιλογίαν, μὲ ὅλην τὴν νύσταν του, ὁ Καρδοπάκης. Μήπως θ᾿ ἀποχτήσῃς ποτέ σου ἐσὺ τρία μάτια; Πάντα μὲ δυὸ μάτια θά ᾽σαι.
―Ἄχ! χρειάζονται τέσσερα μάτια τὴν ὥραν αὐτήν, ἀπήντησε μὲ πάθος ἡ Σοφία.
Ἐκράτησε τὸν γέρον ἀπὸ τῶν δύο ὤμων, καὶ τοῦ εἶπε μὲ τόσον ἁπαλήν, ἀλλὰ καὶ λεπτὴν φωνήν, ὥστε καὶ κωφὸς θὰ ἤκουε:
―Ἀκοῦς, γέρο;… Ἦρθαν ἐκεῖνοι, νὰ μᾶς κλέψουν τὴν Λουκρητία, ἢ νὰ μᾶς πάρουν τὸν μύλο καὶ τὰ κτήματα… Ἔχω ἐδῶ τὸ ρεβόλβερο… Σήκω, νὰ ἰδοῦμε τί θὰ κάμωμε… μὴ μᾶς σπάσουν τὴν πόρτα, γερο-Σταμάτη.
Ὁ γέρων ἔτριψε τὸ μέτωπον, τὴν κεφαλήν, καὶ τοὺς κροτάφους του, καί εἶπε:
― Τότε, σιωπή. Μὴ μᾶς ἀκούσουν… Τσιμουδιὰ μὴ βγάλῃς… γιὰ νὰ νομίζουν πὼς δὲν εἶν᾿ ἐδῶ κανείς.
―Ἄ! ὅσο γι᾿ αὐτό, εἶπεν ἡ Σοφία, θὰ μπορούσαμε νὰ κάμωμε τὸν ψόφιο, μπαρμπα-Σταμάτη. Τί σὲ θέλαμε σένα;… Μπάρμπα, νὰ φύγῃς. Νὰ φερθοῦμε…
―Ἀμέσως! ἀλέστα*! βάρ᾿ τα, χάλασ᾿ τα! ἔκραξε τότε ὁ Καρδοπάκης καὶ ἀνεπήδησεν ἀπὸ τὴν στρωμνήν του.
Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἐξυπνήσει κ᾿ ἡ Λουκρητία, ὡς νὰ τῆς ὡμίλησέ τις καθ᾿ ὕπνον εἰς τὸ ὠτίον καὶ νὰ τῆς εἶπε: Σήκω. Ἐσηκώθη, ἔτριψε τὰ μάτια της, κ᾿ εἶπε:
― Τί τρέχει;
*
* *
Οἱ ἄνθρωποι εἶχον ἔλθει πράγματι ἔξωθεν τοῦ μύλου, κ᾿ ἡ Σοφία δὲν εἶχεν ἀπατηθῆ εἰς τὴν ἀυπνίαν της. Ἦσαν τρεῖς νέοι κρατοῦντες τουφέκια, ὁ Κῶτσος ὁ Κ., ὁ Ἀντώνης ὁ Β. καὶ ὁ Ἀλέκος ὁ Π., δημοδιδάσκαλος «ἀριστοβάθμιος» τῆς νέας ἐποχῆς. Ἐξ αὐτῶν ὁ πρῶτος ἴσως εἶχε μέσα του σκοπὸν καὶ ἀπόφασιν, τῇ βοηθείᾳ τῶν φίλων του, τοὺς ὁποίους εἶχε κατηχήσει, ν᾿ ἁρπάσῃ τὴν Λουκρητίαν, νὰ τὴν στεφανωθῇ λάθρα, καὶ νὰ λάβῃ τὴν προῖκά της διὰ ψυχολογικῆς βίας ἀπὸ τὴν κληρονομίαν τῆς Σοφίας ἐκ τῆς περιουσίας τοῦ μακαρίτου. Ὁ δεύτερος, ὅστις ἦτο συγγενὴς τοῦ ἀποθανόντος, μὲ ἀπροθυμίαν ἐφαίνετο νὰ ἐπινεύῃ εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο, μὲ τὴν πλαγίαν σκέψιν νὰ στενοχωρήσῃ τὴν Σοφίαν, διὰ νὰ «τὸ κάμῃ χειρότερα», ὡς ἔλεγεν. Ὁ τρίτος ἤρχετο ἁπλῶς διὰ «ρομάντζα», ὅπως λάβῃ πεῖραν πῶς κλέπτονται τὰ κορίτσια.
Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅταν εἶχε σηκωθῆ ἡ Λουκρητία, ἠκούσθη βραδὺς καὶ μελετημένος κτύπος εἰς τὴν οἰκίαν. Ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε κρούσει τὴν θύραν, ἐφαίνετο ὅτι ἐκτύπα ἄλλον τόσον ἡ καρδία του, καὶ δὲν ἦτο πρόθυμος νὰ ἐπαναλάβῃ τὸν κτύπον δευτέραν καὶ τρίτην φοράν. Ἐντούτοις μετὰ δύο λεπτὰ δεύτερος κτύπος ἠκούσθη, ἀκόμη μαλακώτερος.
Εἰς τὸν κτύπον τοῦτον ἀπήντησεν ἄλλος κρότος, γνώριμος εἰς ὅλων τὰς ἀκοάς. Ἡ Σοφία ἔσυρε τὴν σκανδάλην τοῦ πιστολίου της καὶ ἀνεσήκωσε τὸν λύκον.
Συγχρόνως ἠκούσθησαν ψιθυρισμοὶ ἔξωθεν, ὡς νὰ συνεννοοῦντο μεταξύ των οἱ πολιορκηταί. Κάτωθεν τοῦ μικροῦ πατώματος πρὸς τὸν τοῖχον ἤχησεν ἀλλόκοτος, ἀσυνήθης κρότος.
Ἡ Σοφία ἔβαλε τὸν δάκτυλον στὸ στόμα καὶ ἀκουσίως ἐγέλασε.
― Τὴν φτερωτή… Τὴν φτερωτὴ σπάζουν· γιὰ νὰ μποῦν ἀπ᾿ τὴ μυλότρυπα.
―Ἐκεῖ εἶναι διαβολότρυπα, εἶπεν ὁ γέρων Σταμάτης.
Καὶ συγχρόνως χωρὶς νὰ συμβουλευθῇ τὰς δύο κόρας, ἔβαλεν ἀγρίαν φωνήν:
― Μωρέ, τί κόσμος εἶν᾿ ἐδῶ; Στοιχειὰ ἦρθαν ἀπόξου, νὰ μᾶς φοβερίξουν; Ξορκίζω σε, Σατανᾶ… δῶσ᾿ μου τὸ τουφέκι νὰ ρίξω. Ἄνοιξε τὸ παράθυρο, ψηλά, ψηλά, ἀπ᾿ τὸν φεγγίτη ἐκεῖ!…
Ἡ θεατρικὴ αὕτη κραυγὴ ἔσχε τὸ ἀποτέλεσμά της. Πρῶτος ὁ δημοδιδάσκαλος ἔδωκε τὸ σημεῖον τῆς ἀποχωρήσεως. Δεύτερος τὸν ἐμιμήθη ὁ συγγενὴς τοῦ μακαρίτου, καὶ τελευταῖος ἔφυγεν, ἅμα εἶδεν ὅτι ἀπεμονώθη, ὁ Κ., ὁ ἐπιχειρηματίας καὶ ἐραστὴς τῆς Λουκρητίας. Καὶ οὕτως ἐφηρμόσθη καὶ ἐδῶ, ὅπως πάντοτε, τὸ Εὐαγγελικόν: Καὶ ἔσονται οἱ πρῶτοι ἔσχατοι, καὶ οἱ ἔσχατοι πρῶτοι.
(1914)
1. Ἡ ἔννοια τοῦ ἀρχαίου ἐπιγράμματος εἶναι: Εἰπὲ ὅτι τὴν ἀγαπῶ – θὰ τὸ πῶ.

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

Η άγνωστη γεωργιανή μαφία στην Ελλάδα



«Περίπου 100 ηγετικά μέλη της γεωργιανής και της ρωσικής μαφίας δίνουν εγκληματικό παρών στην Ελλάδα. Η χώρα μας αποτελεί τεράστια βάση του οργανωμένου εγκλήματος από την πρώην Σοβιετική Ενωση, από την οποία εκπορεύονται εκατοντάδες εγκληματικές ενέργειες τόσο στην Ελλάδα όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. 

Δεν είναι μόνο οι χιλιάδες ληστρικές επιδρομές κάθε χρόνο σε σπίτια, αλλά και το...
λαθρεμπόριο όπλων, ναρκωτικών, τσιγάρων και άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων στο παγκόσμιο επίπεδο. Η Ελλάδα, χωρίς να το γνωρίζει, προκαλεί τεράστιους κινδύνους για την ασφάλεια δεκάδων χωρών από τρεις μεγάλες διεθνείς συμμορίες των επονομαζόμενων "κακοποιών του νόμου", οι οποίοι προχωρούν και σε "αιματηρή" βεντέτα μεταξύ τους, με δεκάδες φόνους. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αχανείς ΗΠΑ ανησυχούν για τη γεωργιανή μαφία που φιλοξενεί μόλις δέκα μεγαλοκακοποιούς. Και η Ελλάδα κρύβει δεκαπλάσιο αριθμό χωρίς να αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις...».


Το δίκτυο πληροφοριών

Σε αυτή την ενημέρωση στελεχών της ΕΛ.ΑΣ. φαίνεται να προχώρησαν - σύμφωνα με «Το Βήμα» - τους τελευταίους μήνες ρώσοι και γεωργιανοί αξιωματούχοι που έφθασαν στη χώρα μας. Με τους ξένους αξιωματούχους να αναφέρονται σε ένα τεράστιο δίκτυο κακοποιών με εντυπωσιακή οργάνωση που αποτελεί τεράστιο κίνδυνο για τους πολίτες.
Ανάμεσα στα άλλα ενημέρωσαν την ΕΛ.ΑΣ. για ένα τεράστιο δίκτυο πληροφοριών (σ.σ.: ακόμα και από οικιακούς βοηθούς, εργάτες, υπαλλήλους, ώστε να εντοπίζουν τους ευάλωτους στόχους) που έχει η γεωργιανή μαφία. Οπως εξάλλου και ξεπλύματος «μαύρου χρήματος» ακόμα και μέσω μεγάλων επιχειρήσεων σε όλη την Ευρώπη που ασχολούνται με τον κατασκευαστικό τομέα, τα πιστωτικά ιδρύματα κ.λπ.
 Κάθε χρόνο στη χώρα μας σημειώνονται περίπου 5.000 διαρρήξεις σε σπίτια και 500 ληστρικές επιδρομές επίσης σε κατοικίες, από τις οποίες ποσοστό 30%-40% - και ιδιαίτερα αυτές που προκαλούν τρόμο με τη χρήση όπλων, κάψιμο με ηλεκτρικό σίδερο, άγριες κακοποιήσεις κ.λπ. - είναι γεωργιανοί μαφιόζοι. Επιπλέον αρκετά μέλη της ίδιας μαφίας δεν διστάζουν να προχωρήσουν και σε φόνους στη διάρκεια των ληστειών, όπως αυτή τον Αύγουστο του 2015 του 67χρονου εστιάτορα στην Υδρα. Ακόμα, χαρακτηριστική είναι η υπόθεση της αναφερόμενης απαγωγής και δολοφονίας, στις αρχές Δεκεμβρίου 2008, του 51χρονου καρδιολόγου Επαμεινώνδα Γερασιμόπουλου από την κατοικία του στη Βάρκιζα, του οποίου τα ίχνη έχουν χαθεί. Μια υπόθεση που παραμένει για δέκα χρόνια ανεξιχνίαστη παρά τις επίπονες έρευνες των αστυνομικών.


Οι τρεις μεγάλες οργανώσεις

Σύμφωνα λοιπόν με την ενημέρωση των ελληνικών υπηρεσιών υπάρχουν τρεις μεγάλες εγκληματικές οργανώσεις της γεωργιανής μαφίας. Πρόκειται για το «γκρουπ της Τιφλίδας» με αρχηγό τον περιβόητο ρώσο μαφιόζο Ζαχαρία Καλάσοφ, το «γκρουπ του Κουταΐσι» (περιοχή της Γεωργίας) που κατευθύνεται από τον άλλον αρχιμαφιόζο Ταριέλ Ονάνι. Και οι δύο αυτοί ηγέτες της ρωσικής μαφίας θεωρείται ότι κατευθύνουν τη δράση τους μέσα από τις ρωσικές φυλακές όπου κρατούνται, ενώ έχουν δημιουργηθεί και διάδοχα σχήματα. Επιπλέον έχει δημιουργηθεί και το «γκρουπ των Μεγκρέλιαν» με βάση στην περιοχή Σαμεγκρέλο της ίδιας χώρας και με αρχηγό τον Μεράμπ Τσανγβελάντζε που έχει φυλακιστεί στην Ιταλία αλλά φαίνεται να συνεχίζει από εκεί να κατευθύνει το εγκληματικό δίκτυό του.
Τα μέλη της γεωργιανής μαφίας αναπτύσσουν στενή συνεργασία μεταξύ τους, προχωρούν σε νέες στρατολογήσεις ατόμων με αυστηρά κριτήρια, προκειμένου οι εγκληματικές οργανώσεις να μείνουν στεγανοποιημένες. Η κεντρική εντολή που έχουν είναι να αποφεύγουν οποιαδήποτε επαφή με πολιτικούς, αστυνομικούς κ.λπ. (προκειμένου να τους βοηθήσουν στις έρευνές τους). Επιπλέον απαράβατος κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να έχουν άλλη επαγγελματική ενασχόληση και να είναι προσηλωμένοι στο εγκληματικό έργο τους. Επίσης αν συλληφθούν να μην ομολογήσουν ποτέ την ενοχή τους και να μην καταδείξουν συνεργούς τους κ.λπ. Ακόμα προβλέπεται κοινό ταμείο που το ονομάζουν «Obsniak», υπέρ ενίσχυσης κρατουμένων μαφιόζων, πληρωμής δικηγόρων κ.λπ.


Σειρά δολοφονιών

Σημειώνεται ότι το 2008 ο αρχηγός της «μαφίας της Τιφλίδας» ή «Ταρό» Ταριέλ Ονιάνι κάλεσε σε συγκέντρωση, στο γιοτ του, πολλά από τα στελέχη των αντίπαλων εγκληματικών γκρουπ προκειμένου να σταματήσει η αλληλεξόντωση μελών τους. Ωστόσο η ρωσική αστυνομία πληροφορήθηκε τη συνάντηση και συνελήφθη μεγάλο μέρος ρώσων κακοποιών, ανάμεσα σε αυτούς και ο Ονιάνι. Ακολούθησε σειρά δολοφονιών ηγετικών μελών της γεωργιανής μαφίας το 2009 στη Μόσχα, το 2010 στην Αθήνα, στην περιοχή της Βούλας, αλλά και πολλές άλλες σε όλη την Ευρώπη. Με πιο σημαντική αυτή του προηγούμενου αρχηγού της «μαφίας του Κουταΐσι» Ασλάν Ουσογιάν ή «Παππού Χασάν» τον Ιανουάριο του 2013 έξω από πολυτελές εστιατόριο στη Μόσχα. Είναι ενδεικτικό της ελληνικής διάστασης στη δράση της γεωργιανής - ρωσικής μαφίας πως όταν ήταν να βρεθεί ο αντικαταστάτης του «Παππού Χασάν» (επιλέχθηκε ο Ζαχαρία Κολάσοφ που είχε ήδη συλληφθεί από το 2010 από τις ισπανικές αρχές) έγινε συνάντηση όλων των γεωργιανών αρχιμαφιόζων σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, χωρίς κανένας έλληνας αστυνομικός να αντιληφθεί οτιδήποτε. Επιπλέον τον Ιανουάριο του 2012 είχε συλληφθεί στο Καβούρι ένας άλλος σημαντικός συνεργάτης του «Παππού Χασάν» με το ψευδώνυμο «Λίπος» που είχε χαρακτηριστεί από το FBI και τις αμερικανικές αρχές ο πιο επικίνδυνος κακοποιός στον κόσμο. Τότε μάλιστα υπήρξαν αναφορές ότι υπήρξε χρηματισμός αστυνομικών στη Θεσσαλονίκη που συνεργάζονταν μαζί του...

Πηγή:tovima.gr

ΚΡΑΤΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΩΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΩΝ

Μέσω της ιστοσελίδας WikiLeaks πριν λίγα χρόνια είχαν διαρρεύσει στοιχεία από ιδιωτικές εταιρίες που προσφέρουν μεγάλης κλίμακας λύσεις παρακολουθήσεων σε κρατικούς οργανισμούς. Μία από αυτές ήταν και η γερμανική ATIS Systems GmbH η οποία εδώ και 70 χρόνια διαφημίζεται με τη φράση «High-Tech Communications Interception and Voice Recording» (Υψηλής Τεχνολογίας Υποκλοπές Επικοινωνιών και Καταγραφές Φωνής). Αυτή η παρουσίαση μας θα είναι για τα συστήματα National LI Systems (Εθνικά Συστήματα LI) της ATIS.
Πηγή: ATIS-Systems.com
Πηγή: ATIS-Systems.com

Η παρουσίαση που διέρρευσε μέσω της ιστοσελίδας WikiLeaks ήταν μία παρουσίαση από το Φεβρουάριο του 2007 με όνομα αρχείου 2_200702-ISS-DXB-ATIS1.pdf. Από το τίτλο μπορούμε να καταλάβουμε ότι ήταν ειδικά για το Ντουμπάι καθώς γράφει DXB που είναι το αναγνωριστικό από το διεθνή αερολιμένα του Ντουμπάι. Βλέπετε τη πρώτη διαφάνεια παρακάτω που αναγράφει και ξεκάθαρα ότι είναι από κάποια παρουσίαση στο Ντουμπάι από το Φεβρουάριο του 2007.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Στη συνέχεια, η παρουσίαση ξεκινάει την ενότητα «History – Stating the Obvious» (Ιστορία – Αναφέροντας το Προφανές) όπου υποθέτουμε ότι ο εισηγητής θα έκανε μία εισαγωγή στις παραδοσιακές τεχνικές υποκλοπών. Βάση της διαφάνειας που βλέπετε στη συνέχεια μπορούμε να υποθέσουμε ότι η αναφορά ήταν στο τυπικό σενάριο όλων των τηλεφωνικών γραμμών να καταλήγουν σε ένα κέντρο και εκεί να γίνεται η καταγραφή τους.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Η επόμενη διαφάνεια περιγράφει την αμέσως επόμενη γενιά καταγραφών που είναι με μη εξουσιοδοτημένες καταγραφές, δηλαδή υποκλοπές. Ο τίτλος της διαφάνειας αυτής είναι «Wiretapping – the good old way…» (Υποκλοπές – ο παλιός καλός τρόπος…) και ουσιαστικά δείχνει κάποιες τέτοιες ευρέως γνωστές μεθόδους με πρόσβαση στο ενδιάμεσο της γραμμής.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Η ιστορική αναδρομή συνεχίζεται με τη τεχνολογία που έφερε μία τεράστια αλλαγή στο χώρο των υποκλοπών, τα κινητά τηλέφωνα ή πιο σωστά το δίκτυο GSM (Global System for Mobile Communications, Διεθνές Σύστημα για Κινητές Επικοινωνίες). Το δίκτυο GSM έδωσε στους κρατικούς φορείς και στις ιδιωτικές εταιρίες όπως η ATIS ένα τεράστιο πεδίο για υποκλοπές. Ενδεικτικά, όπως βλέπετε στην επόμενη διαφάνεια πλέον ένας στόχος (Bad Guy στη διαφάνεια) μπορεί να παρακολουθείτε με πολλές διαφορετικές μεθόδους. Ονομαστικά αυτές που φαίνονται στη διαφάνεια είναι:
  • Παρακολούθηση της συσκευής του στόχου με εγκατάσταση κακόβουλου λογισμικού
  • Παρακολούθηση της επικοινωνίας ανάμεσα στη συσκευή και τη κεραία κυψέλης (BSS) όπου συνδέεται
  • Δημιουργία ψεύτικων κεραιών κυψέλης (BSS) που υποκλέπτουν τις επικοινωνίες του στόχου
  • Παρακολούθηση ανάμεσα στο σταθμό βάσης (BSC) και το κεντρικό σταθμό επικοινωνίας (MSC) του παρόχου
  • Παρακολούθηση ανάμεσα στο κεντρικό σταθμό επικοινωνίας (MSC) και τις συνδέσεις προς άλλους παρόχους (GSMC)
Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Παραπάνω βλέπετε ένα κέντρο κάτω δεξιά που αναγράφει HI1 HI2 HI3 καθώς και ότι ο κεντρικός σταθμός επικοινωνίας (MSC) και οι σταθμοί σύνδεσης με άλλους παρόχους (GSMC), έχουν την ένδειξη LI. Τα αρχικά LI είναι από τις λέξεις Lawful Interception (Νόμιμη Υποκλοπή) και αφορά το σύστημα που παρουσιάζει σε αυτές τις διαφάνειες η γερμανική εταιρία ATIS σε κάποιο πιθανό πελάτη της από το Ντουμπάι των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Η επόμενη διαφάνεια αφορά τις προκλήσεις που είχε η εταιρία στη κατασκευή μίας αξιόπιστης λύσης.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Για να περιγράψει τη πρόκληση που είχε η εταιρία ATIS χώρισε το σύστημα σε ημικύκλια. Η εξωτερική περίμετρος είναι το γνωστό σε όλους δίκτυο κινητής τηλεφωνίας GSM. Το GSM συνδέεται με το εθνικού επιπέδου σύστημα LI (Lawful Interception, Νόμιμων Υποκλοπών) μέσω των INI (Internal Network Interface, Διεπαφή Εσωτερικού Δικτύου) και των HI (Handover Interface, Διεπαφή Παράδοσης). Αυτές οι διεπαφές συνδέονται σε συστήματα LI-IMS (Lawful Interception-Interception Management System, Νόμιμες Υποκλοπές-Σύστημα Διαχείρισης Υποκλοπών) καθώς και σε συστήματα IMC (Interception Management Center, Κέντρο Διαχείρισης Υποκλοπών). Όταν περάσουν από τα συστήματα LI-IMS και IMC οι υποκλοπές είναι διαθέσιμες στα κέντρα των υπηρεσιών που τις εκτελούν. Βλέπετε σχηματικά όλο αυτό το σύστημα παρακάτω.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Παρότι το παραπάνω ήταν το τυπικό σύστημα υποκλοπών εκείνη την εποχή στις περισσότερες χώρες, η εταιρία ATIS είδε ότι αυτό το σύστημα έχει πολλά προβλήματα καθώς είναι πολύπλοκο, δε λειτουργεί με τις τότε νέες τεχνολογίες όπως κλήσεις μέσω διαδικτύου και απαιτεί μεγάλο αριθμό χειριστών για υποκλοπές σε μαζικό επίπεδο (για παράδειγμα μεγάλος αριθμός ταυτόχρονων υποκλοπών). Έτσι κάπως η παρουσίαση προχωράει με τη διαφάνεια που έχει τίτλο «The Solution – Where to go from here?» (Η Λύση – Που πάμε από εδώ;) που βλέπετε εδώ.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Η λύση κατά τη γερμανική εταιρία ATIS είναι ένα εθνικό σύστημα LI για μαζική παρακολούθηση το οποίο ήταν και το προϊόν που διαφήμιζε με αυτή τη παρουσίαση της το 2007. Το σύστημα διατηρεί τα κύρια μέρη που περιγράψαμε παραπάνω αλλά εισάγει κάποιες σημαντικές διαφορές. Αρχικά, τα εσωτερικά ημικύκλια χωρίζονται σε δύο διακριτά τμήματα στο τμήμα Control (Ελέγχου) και στο τμήμα χειριστών υποκλοπών. Η εταιρία ATIS εισάγει στο τμήμα ελέγχου ένα νέο σύστημα, το AIMS, που λειτουργεί ως ενορχηστρωτής για όλα τα άλλα συστήματα. Όλες οι επικοινωνίες φωνής (Voice Traffic) έχουν δύο κανάλια επικοινωνίας με το σύστημα LI. Ένα όπως και πριν από τα συστήματα υποκλοπών LI-IMS αλλά και ένα δεύτερο που είναι απευθείας σε ένα νέο σύστημα. Η κύρια διαφορά είναι ότι όλες οι επικοινωνίες φωνής (Voice Traffic) καταλήγουν σε ένα εξειδικευμένο σύστημα διαχείρισης υποκλοπών φωνής, το MCMN. Αντίστοιχα, όλες οι επικοινωνίες διαδικτύου (IP Traffic) περνάνε από το πάροχο σε ένα άλλο εξειδικευμένο σύστημα, στο APIX και από εκεί στους χειριστές υποκλοπών. Τα βλέπετε όλα αυτά σχηματικά παρακάτω.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Η επόμενη διαφάνεια το δείχνει ακόμα πιο ξεκάθαρα τονίζοντας με κόκκινο χρώμα τα νέα τμήματα της αρχιτεκτονικής εθνικών υποκλοπών που προσφέρει η εταιρία ATIS. Όπως βλέπετε στην επόμενη διαφάνεια είναι ότι περιγράψαμε παραπάνω, το σύστημα υποκλοπής διαδικτυακών επικοινωνιών και ο διακριτικός διαχωρισμός των δύο εσωτερικών τμημάτων.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Μετά από αυτή την εισαγωγή στο σύστημα εθνικών υποκλοπών της εταιρίας ATIS γίνεται η εμβάθυνση στα επιμέρους τμήματα του και στο τρόπο λειτουργίας τους. Κοινώς, όπως γράφει και η παρακάτω διαφάνεια «A Closer Look» (Μία Κοντινή Ματιά) στα μέρη του.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Η ανάλυση ξεκινάει από το εσωτερικό ημικύκλιο προς τα έξω. Έτσι το πρώτο που περιγράφεται είναι το τμήμα χειριστών υποκλοπών που η ATIS ονομάζει «Monitoring Centre» (Κέντρο Παρακολούθησης). Η λογική της εταιρίας είναι με όσο το δυνατό λιγότερο προσωπικό να επιτρέπει αξιόπιστη παρακολούθηση φαινομενικά απεριόριστου αριθμού υποκλοπών από κινητά τηλέφωνα, διαδικτυακές επικοινωνίες, και σταθερές τηλεφωνικές γραμμές. Από την επόμενη διαφάνεια μέσα στο κόκκινο πλαίσιο φαίνεται καθαρά ότι αναφέρεται στο τμήμα «Monitoring Centre» (Κέντρο Παρακολούθησης).

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Η επόμενη διαφάνεια της παρουσίασης αναλύει την απλοποιημένη ροή εργασίας (workflow) που επιτρέπει υψηλή απόδοση με λιγότερο προσωπικό. Πρακτικά, η εργασία στο κέντρο παρακολουθήσεων χωρίζεται σε έξι διακριτικά στάδια τα οποία τα βλέπετε ονομαστικά εδώ.
  1. Receiving (Λήψη δεδομένων)
  2. Classifying (Κατηγοριοποίηση δεδομένων)
  3. Decoding (Αποκωδικοποίηση δεδομένων)
  4. Storing (Αποθήκευση δεδομένων)
  5. Analysing (Ανάλυση δεδομένων)
  6. Archiving (Μεταφορά δεδομένων στο αρχείο)
Επίσης, οι χειριστές μπορούν οποιαδήποτε στιγμή να κάνουν αιτήματα για τροφοδοσία (Provisioning) με δεδομένα νέων υποκλοπών. Βάση των παραπάνω μπορούμε με σιγουριά να υποθέσουμε ότι το μόνο στάδιο στο οποίο σε κάποιες περιπτώσεις χρειάζεται ανθρώπινη επέμβαση είναι στην ανάλυση. Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να αυτοματοποιηθούν και εκεί μάλλον στόχευε και αυτή η διαφάνεια της γερμανικής ATIS.
Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Η επόμενη διαφάνεια επιβεβαιώνει τις υποθέσεις μας, το σύστημα της εταιρίας ATIS για αυτές τις λειτουργίες ονομάζονταν KLARIOS και όπως βλέπετε τα πρώτα πέντε στάδια είναι αυτοματοποιημένα με εξυπηρετητές και βάσεις δεδομένων. Στο έκτο στάδιο όπου είναι η ανάλυση μπορεί να χρειαστεί ανθρώπινη παρέμβαση ενώ και το τελευταίο στάδιο είναι αυτοματοποιημένο με αποθήκευση των δεδομένων σε πολλά διαφορετικά μέσα για ασφάλεια.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Τα παραπάνω περιγράφουν ακριβώς τη δομή του κέντρου παρακολουθήσεων και έτσι η παρουσίαση προχωράει στο επόμενο ημικύκλιο, στο κέντρο ελέγχου που πραγματοποιείται μέσω του νέου συστήματος AIMS της εταιρίας ATIS. Αυτό μπορείτε να το δείτε και μόνοι σας μέσα στο κόκκινο πλαίσιο από την επόμενη διαφάνεια της παρουσίασης.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Στη συνέχεια φαίνεται το τι εισόδους και τι εξόδους προσφέρει αυτό το νέο σύστημα ελέγχου. Βλέπουμε ότι χωρίζεται σε τρία τμήματα ως εμφανές, πυρήνας, και υπόβαθρο. Πρακτικά το AIMS δέχεται εισόδους από τα συστήματα υποκλοπών φωνής, διαδικτυακών επικοινωνιών αλλά και από το κέντρο παρακολουθήσεων. Στη συνέχεια το σύστημα ελέγχου (AIMS Controller) κάνει τις απαραίτητες ενέργειες για να ξεκινήσουν ή να σταματήσουν οι υποκλοπές που χρειάζονται και τέλος ενημερώνει τα συστήματα μέσω των διεπαφών παράδοσης υποκλοπών HI1, HI2, και HI3.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Το επόμενο, αρκετά πρωτοποριακό για την εποχή του, χαρακτηριστικό του συστήματος εθνικών υποκλοπών της εταιρίας ATIS είναι ήταν η ενσωμάτωση δυνατοτήτων διαδικτυακών επικοινωνιών. Όπως βλέπετε παρακάτω, η επόμενη διαφάνεια θα κάνει μία καλή εισαγωγή αυτού του νέου συστήματος. Το σύστημα IP-IMS (Internet Protocol-Interception Management System, Πρωτόκολλο Διαδικτύου-Σύστημα Διαχείρισης Υποκλοπών) τοποθετείται στη περίμετρο του εθνικού δικτύου υποκλοπών και δέχεται δεδομένα από τους παρόχους υπηρεσιών διαδικτύου (Internet Service Provider – ISP, στα αγγλικά) για LI (Lawful Interception, Νόμιμες Υποκλοπές). Βλέπετε το εν λόγω σύστημα μέσα στο κόκκινο πλαίσιο παρακάτω.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Στη συνέχεια παρουσιάζεται ένα τέτοιο παράδειγμα όπου ο στόχος είναι στο σπίτι του συνδεδεμένος στο διαδίκτυο από το προσωπικό του υπολογιστή. Ο πάροχος υπηρεσιών διαδικτύου αρχικά του δίνει πρόσβαση (access) και στη συνέχεια γίνεται η ενσωμάτωση του συστήματος του (aggregation) στο δίκτυο του παρόχου. Από εκεί ο στόχος έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες που προσφέρει ο πάροχος όπως ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, κτλ. Έπειτα είναι ο πυρήνας (core) του δικτύου του παρόχου από όπου μπορεί ο στόχος να συνδεθεί προς άλλα συστήματα που υπάρχουν στο διαδίκτυο. Βλέπετε τα παραπάνω σχηματικά στη διαφάνεια που υπάρχει στη συνέχεια.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Στη παραπάνω διαφάνεια βλέπετε επίσης κάποια κόκκινα σημάδια που έχουν σχήμα στόχου. Αυτά είναι τα σημεία στα οποία το σύστημα εθνικών υποκλοπών της ATIS απαιτεί πρόσβαση σε κάθε πάροχο. Έχοντας πρόσβαση σε αυτά τα σημεία, χωρίς καμία ενέργεια από το πάροχο μπορεί να γίνει αναζήτηση του στόχου, συλλογή δεδομένων και παρακολούθηση του. Στην επόμενη διαφάνεια της παρουσίασης φαίνεται πως το σύστημα διεπαφής HI1, που υλοποιείται μέσω του εξυπηρετητή ADMF, διαχειρίζεται αυτές τις διεπαφές και τις προωθεί προς το δίκτυο παρακολουθήσεων μέσω των διεπαφών παράδοσης HI2 και HI3 (Mediation and Distribution, Μεσάζων και Διανομή).

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Με παρόμοια μέθοδο, το σύστημα εθνικών υποκλοπών μπορεί να κάνει και παρακολουθήσεις ή/και υποκλοπές σε εφαρμογές διαδικτύου όπως είναι το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Αυτό ακριβώς περιγράφει η διαφάνεια που βλέπετε στη συνέχεια. Η ροή παραμένει η ίδια.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Ίσως το πιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό του συστήματος IP-IMS για υποκλοπές διαδικτυακών επικοινωνιών και ενσωμάτωση τους στο εθνικό σύστημα υποκλοπών είναι αυτό που φαίνεται στην επόμενη διαφάνεια. Η αρχιτεκτονική του εθνικού συστήματος υποκλοπών της γερμανικής ATIS επιτρέπει τη μαζική παρακολούθηση όλης της κίνησης από κάθε πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου. Αν σκεφτούμε ότι μιλάμε για 10 χρόνια πριν, είναι σίγουρα μία πολύ σπουδαία δυνατότητα.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Η επόμενη διαφάνεια δεν έχει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς αφορά τα τμήματα από τα οποία αποτελείται ο σύστημα αποκωδικοποίησης διαδικτύου του KLARIOS. Είναι το στάδιο προσωρινής αποθήκευσης (storage), αποκωδικοποίησης (decoding), αξιολόγησης δεδομένων (evaluation), και τέλος, ανάλυσης και μόνιμης αποθήκευσης (Back-End). Αρκετά κοινό με αυτό για τα δεδομένα φωνής άρα δε θα το δούμε σε μεγαλύτερο βάθος.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Και συνεχίζοντας στο χώρο των υποκλοπών διαδικτύου εθνικού επιπέδου, η παρουσίαση δείχνει ότι ο στόχος δεν έχει δυνατότητα να δει οποιαδήποτε διαφορά στη περιήγηση του στο διαδίκτυο. Ο λόγος είναι ότι η παρακολούθηση γίνεται με παθητικό τρόπο στο πάροχο άρα, όπως δείχνει και η εικόνα της επόμενης διαφάνειας, ο στόχος δε πρόκειται ποτέ να δει κάτι διαφορετικό. Είναι αξιοσημείωτο ότι μέχρι σήμερα δε γνωρίζουμε καμία τεχνολογία που να μπορεί να κάνει τέτοια υποκλοπή χωρίς να γίνει αντιληπτή στο στόχο εάν η ιστοσελίδα που επισκέπτεται είναι με HTTPS και όχι με HTTP. Ωστόσο, το 2007 ελάχιστες ιστοσελίδες προσφέρονταν με HTTPS άρα σίγουρα αυτή η μέθοδος θα λειτουργούσε σχεδόν παντού.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Η επόμενη είναι ίσως η πιο εντυπωσιακή διαφάνεια διότι μας δείχνει το τι ακριβώς βλέπει ένας αναλυτής του κέντρου παρακολουθήσεων με το πρόγραμμα KLARIOS για υποκλοπές διαδικτύου που περιγράψαμε μόλις. Όπως βλέπουμε στο κέντρο της σελίδας είναι ότι βλέπει ο στόχος στην οθόνη του. Στο επάνω μέρος υπάρχει ένα χρονοδιάγραμμα με τι επισκέφθηκε ο στόχος και για πόση ώρα στο οποίο μπορεί ο αναλυτής να περιηγηθεί. Στην αριστερή επιφάνεια υπάρχει ιστορικό των επισκέψεων του στόχου σε χρονολογική σειρά. Και στο κάτω μέρος μπορεί ο αναλυτής να γράψει σχόλια ή παρατηρήσεις που θα τον βοηθήσουν στην αναφορά του.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Στη συνέχεια ξεκινάει μία νέα ενότητα που αφορά τις δυνατότητες που προαιρετικά μπορεί ένας πελάτης να αγοράσει και να χρησιμοποιήσει σε αυτό το εθνικό σύστημα υποκλοπών της γερμανικής ATIS. Αρκετά ενδιαφέρον όπως θα δείτε και μόνοι σας.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Από το όνομα της πρώτης προαιρετικής δυνατότητας υποθέτουμε ότι αφορά τη ταχύτερη και ασφαλέστερη λειτουργία του κέντρου AIMS. Φαίνεται ότι είναι ένα νέο σύστημα βάσεων δεδομένων υποκλοπών σε συστοιχία.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Το δεύτερο είναι η ενσωμάτωση των υποκλοπών σε ένα σύστημα που η εταιρία το ονομάζει CARGIS και φαίνεται σαν ένα συνηθισμένο σύστημα GIS (Geographic Information System, Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών) από την εικόνα. Δηλαδή για κάθε υποκλοπή γίνεται η γεωγραφική χαρτογράφηση της βάση των συντεταγμένων από όπου έγινε η σύνδεση.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Το προαιρετικό σύστημα αυτό έχει και δυνατότητα σύνδεσης με άλλα συστήματα οπτικής παρακολούθησης ώστε να μπορεί από τα αποτελέσματα του CARGIS να προσφέρει εικόνα ή/και βίντεο από το σημείο όπως φαίνεται στην επόμενη διαφάνεια.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Κάποιες ακόμα δυνατότητες του AIMS προσφέρονται μέσω εργαλείων ανάλυσης. Η επόμενη διαφάνεια αναφέρει δύο από αυτά. Το IDA (Intelligent Data Analysis, Έξυπνη Ανάλυση Δεδομένων), το SCP (Signaling and Content Processing, Επεξεργασία Σημάτων και Περιεχομένου), και τέλος, κατά τις απαιτήσεις του πελάτη επιπρόσθετες λειτουργίες.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Όπως κάθε παρουσίαση, έτσι και αυτή κλείνει με μία διαφάνεια για ερωτήσεις από τους παρευρισκόμενους. Τη βλέπετε εδώ.

Πηγή: WikiLeaks.org
Πηγή: WikiLeaks.org

Σήμερα τα περισσότερα κράτη έχουν συστήματα πολύ πιο προηγμένα από αυτό. Ωστόσο, θεωρούμε πολύ σημαντικό να ενημερώνουμε και να μοιραζόμαστε μαζί σας το τι υπάρχει εκεί έξω για κάποιους ανθρώπους που ίσως να μη τα γνωρίζουν. Μη ξεχνάτε, η παρουσίαση αυτή είναι 10 ετών και αφορούσε ένα πλήρως επιχειρησιακά έτοιμο σύστημα για μαζικές υποκλοπές σε εθνικό επίπεδο. Επίσης, τότε δεν υπήρχαν καν «έξυπνες» συσκευές που δίνουν δεκάδες ακόμα τρόπους υποκλοπών. Αυτό θα δίνει μία καλή ιδέα του επιπέδου στο οποίο μπορεί να έχουν φτάσει αυτές οι τεχνολογίες σήμερα, 10 χρόνια αργότερα

Orson Bean: Η μαύρη λίστα του μακαρθισμού δεν είναι τίποτα μπροστά στο κυνήγι μαγισσών που έχει εξαπολύσει η αριστερά σήμερα

Ο θρυλικός Αμερικάνος κωμικός ηθοποιός  Orson   Bean  - πεθερός του αείμνηστου  Andrew   Breitbart  - περιέγραψε τις σύγχρονες εκστρατε...