Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΟΡΜΠΑΣ

ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΖΟΡΜΠΑΣ
Νικόλαος Ζορμπάς έχει συνδέσει άρρηκτα το όνομά του με την Επανάσταση του 1909. Δεν είχε, βέβαια, ούτε εμπνευσθεί την ίδρυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου ούτε εμψυχώσει την επαναστατική ιδέα. Τοποθετήθηκε ως αρχηγός όταν η οργάνωση είχε προχωρήσει από τους νεότερους αξιωματικούς μόνο και μόνο επειδή ήταν συνταγματάρχης (βαθμός πολύ σπουδαιότερος τότε από σήμερα) και επειδή απέλαυε κύρους στο στράτευμα. Η επιλογή του, όμως, να ηγηθεί της επαναστατικής δράσεως δεν ήταν ατυχής, γιατί, από φύση μετριοπαθής και διαλλακτικός, προφύλαξε τον Σύνδεσμο από ολισθήματα και ακρότητες και με την επιμονή του για την μετάκληση του Ελ. Βενιζέλου, έσωσε την επανάσταση από τον εκφυλισμό. 
Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1844. Ο πατέρας του καταγόταν από τη Μαγνησία της Θεσσαλίας και υπήρξε και αυτός αξιωματικός (του Πεζικού). 
Ο Ν. Ζορμπάς κατετάχθη στο Πυροβολικό, σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων και συμπλήρωσε τις στρατιωτικές σπουδές του στη Γαλλία και το Βέλγιο. Μετά την επάνοδό του στην Ελλάδα υπηρέτησε σε Σύνταγμα Πυροβολικού στον Αλμυρό και κατόπιν ως καθηγητής της Σχολής Ευελπίδων, του μαθήματος της Πυροβολικής. 
Το 1892 εξέθεσε υποψηφιότητα βουλευτή στην εκλογική περιφέρεια της επαρχίας Βόλου ως ανεξάρτητος, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. 
Την εποχή εκείνη δεν απαγορευόταν στους στρατιωτικούς να πολιτεύονται και όταν ακόμα βρίσκονταν εν ενεργεία.
Δεν χρειαζόταν αποστρατεία, έστω και προσωρινή. Ο Ζορμπάς θέλησε να μπει στο συνδυασμό του τρικουπικού κόμματος αλλά αποκλείσθηκε. Έτσι, αποφάσισε να εκτεθεί μόνος. Πάντως, σε προκήρυξη που κυκλοφόρησε προς τους εκλογείς της επαρχίας του, δήλωνε ότι αν εκλεγόταν θα υποστήριζε «τας εθνοφελείς αρχάς του έξοχου πολιτικού ανδρός Χαριλάου Τρικούπη, διότι η ακριβής εφαρμογή των αρχών τούτων, κατά τας παρούσας κρισίμους περιστάσεις δύναται να σώση την πατρίδα από των κινδύνων εις ούς ώθησεν αυτήν η άστοχος διοίκησις της προκατόχου κυβερνήσεως». Ο Ζορμπάς απέτυχε και παρέμεινε στο Στρατό, όπου διατηρούσε υψηλό το κύρος του, ιδιαίτερα λόγω των καλών σπουδών του. Φημιζόταν ως ευφυής και άριστος γνώστης των στρατιωτικών πραγμάτων. Κατά τον πόλεμο του 1897 του ανατέθηκε διοίκηση Συντάγματος Πυροβολικού στον τομέα Ελασσόνας. 

Ο Αλέξανδρος Μαζαράκης-Αινιάν στα απομνημονεύματά του γράφει με λίγες λέξεις για την πολεμική δράση του Ζορμπά κατά τον ατυχή εκείνον πόλεμο: «Δεν διατήρησε την ψυχραιμίαν του, δεν έκαμε τίποτε ανάλογον της φήμης του, παρέβη μάλιστα και ρητάς του Γενικού Στρατηγείου διαταγάς». Έτσι, μετά τον πόλεμο, έπεσε σε δυσμένεια, με αποτέλεσμα να του αφαιρεθεί η μάχιμη διοίκηση και να τοποθετηθεί διοικητής της Εφορίας Υλικού Πολέμου. Από εκεί τον ονόμασαν οι νέοι αξιωματικοί του 1909 αρχηγό της Επαναστάσεως. Η μετά τον πόλεμο του 1897 περίοδος είναι η περίοδος της γενικής ανυποληψίας και δραματικής αποσυνθέσεως του ελληνικού κράτους.

Αντί η πολεμική συντριβή να γίνει αφετηρία ανασυντάξεως των εθνικών δυνάμεων, η Πολιτεία καταναλώθηκε και πάλι στους μικροκομματικούς ανταγωνισμούς και τις εσωτερικές έριδες, στερημένη από κάθε δημιουργική πνοή. Πολιτική ασυναρτησία, κοινωνική καθυστέρηση, τελμάτωση της Δικαιοσύνης, έλλειψη και της στοιχειώδους ακόμα κοινωνικής ασφάλειας, αρτηριοσκληρωτισμός της εκπαίδευσης, ξεπερασμένο και άδικο φορολογικό σύστημα, αποχαλίνωση των φορέων του πλούτου. Ιδού μερικά από τα χαρακτηριστικά τον μεταπολεμικού ελληνικού κράτους. Η κυβέρνηση Θεοτόκη που προέκυψε από τις εκλογές του 1906, παρά την ισχυρότατη πλειοψηφία που διέθετε στη Βουλή, δεν κατάφερε να επιτύχει τίποτε το αξιόλογο για την κρατική ανασύνταξη. 
Μια γενική υπνηλία είχε καταλάβει την πολιτική ηγεσία της Ελλάδος. Υπνηλία που διακοπτόταν από καιρό σε καιρό από ορισμένες εγερτήριες φωνές που, όμως, στάθηκαν ανίσχυρες να δώσουν στο Έθνος την απαραίτητη ώθηση. 
Ήταν η εποχή που ο Δημήτριος Γούναρης κραύγαζε μέσα στη Βουλή των Ελλήνων «Πρέπει κάποτε να ψάλλωμεν τον επικήδειον της παλαιάς Σχολής του κυβερνητικού κομπογιαννιτισμού, της πολιτικής των ξυλοσχιστών του Συντάγματος, των τύπων και των λέξεων. Τι ερείπια κράτους,
τι σκελετός πολιτικός, τι τυμπανιαίος οργανισμός αυτό το λεγόμενον ελληνικόν κράτος του οποίου την καταστρεπτικότητα φεύγουν οι Έλληνες αγρόται και αστοί. Ένα παμπάλαιο γέλασμα νόμων, ένας μεσαιωνικός πύργος ερειπωμένος, με πνεύμα κυβερνητικόν πρωτογονικόν, με μεθόδους βίου δανεισμένας από ό,τι στάσιμον, οπισθοδρομικόν και βάρβαρον υπάρχει εις τον κόσμον του πολιτισμού...». Ήταν η εποχή που η ομάδα των «Ιαπώνων» με εμψυχωτή τον ίδιο, νεαρό τότε, πολιτικό άνδρα, αποτύγχανε στην προσπάθειά της να ανατρέψει τις διεφθαρμένες πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις και να εκσυγχρονίσει το κράτος στο μέτρο του δυνατού. Αρχές του 1909 ο Γούναρης παραιτείτο, απογοητευμένος, από την κυβέρνηση Θεοτόκη. Η κατάσταση νάρκης που επικρατούσε, τότε, στην πολιτική ηγεσία της Ελλάδος, παρέσυρε στην πτώση και την κυβέρνηση Θεοτόκη παρά το παρά το ότι είχε ευρύτατη πλειοψηφία στη Βουλή. Σχηματίσθηκε μια κυβέρνηση θερινών διακοπών, η κυβέρνηση Δ. Ράλλη. Αλλά πριν αφυπνισθεί η πολιτική ηγεσία, αφυπνίσθηκε ο λαός. Από την άνοιξη ήδη του 1909 οι Συντεχνίες (κάτι ανάλογο με τη σημερινή ΓΣΕΕ) ενέκριναν ψήφισμα που επέδωσαν στο Αυλαρχείο με το οποίο ζητούσαν την επέμβαση του βασιλέως για μια δραστική προσπάθεια αφυπνίσεως των εθνικών δυνάμεων. Πιο δραματική ήταν μια έκκληση της φοιτητικής νεολαίας που συγκρότησε συλλαλητήριο στην Πλατεία Συντάγματος στις 7 Αυγούστου τον ίδιον χρόνον. Στο συλλαλητήριο πρωτοστάτησε ο τότε νεαρός φοιτητής της Νομικής Γεώργιος Παπανδρέου: «Βυθισμένη η φωνή μας εις την οδύνην την οποίαν αισθάνεται η ψυχή μας διά την αθλιεστάτην της πατρίδος μας κατάστασιν, την οποίαν εδημιούργησεν η φαύλη συναλλαγή των κατά καιρούς κυβερνήσεων μας, αναγκάζεται να εκφράση αυτάς τα πικράς αλήθειας: «Το Έθνος ζητεί την τιμήν του την οποίαν οι κυβερνήται τον έσυραν ρακένδυτον επαίτιδα προ των μεγάρων της ευρωπαϊκής διπλωματίας, διά να καλύψουν αυτοί τα αίσχη της αδρανείας των από τον 1897 και εντεύθεν. Ο ελληνικός Λαός, ο σφαδάζων υπό το πέλμα της κακοδιοικήσεως, ο αναζητών εις την φθίσιν και τας στερήσεις της μεταναστεύσεως να εύρη την σωτηρίαν του, ο χρεωκοπών καθ' εκάστην διότι η αβάσταχτος φορολογία του απεμύζησε τας δυνάμεις, ο ελληνικός λαός ο παχύνων της συναλλαγής τους κηφήνας και των διαφόρων εκμεταλλευτών τα κακούργα θυλάκια, ο πληρώνων εις την ληστείαν η οποία λυμαίνεται την χώραν φοβερών φόρον αίματος, παριστάμενος ψυχρός θεατής του στραγγαλισμού της δικαιοσύνης του και ο παρεξηγών τους αξιωματικούς του διότι τους βλέπει αργούς, ενώ είναι γνωστόν ότι εις τοιαύτην αδράνειαν τους κατεδίκασεν η πολιτεία των κυβερνητών του, ο ελληνικός λαός δεν υποφέρει πλέον και δεν πρόκειται να υποφέρει άλλους εξευτελισμούς. Το Έθνος στέργει το πολίτευμά του αλλά μισεί εκείνους που το εκουρέλιασαν και προσπαθούν να το μπαλώσουν διά των μεθόδων της αγυρτείας. Ο Λαός δεν ζητεί αλλαγάς καθημερινών Κυβερνήσεων, και λέξεις και υποσχέσεις παμοφλυγώδεις, αλλά έργα. Θέλει στρατόν. Θέλει στόλον, θέλει χρηστήν και έντιμον διοίκησιν. Θέλει ανεξάρτητον και ανεπηρέαστον δικαιοσύνη, θέλει ρωμαλέαν εκπαίδευσιν, θέλει γενναιόφρονα κοινωνικήν πολιτική.

Θέλει να επανέλθουν εις την ευθείαν οδόν οι αφηνιάσαντες κυβερνήται του...». Για την αντιμετώπιση αυτής της καταστάσεως άρχισαν σύντονες κινήσεις στρατιωτικών στα παρασκήνια ήδη από τον Οκτώβριο τον 1908.
Σχηματίστηκαν δύο ομάδες, η μία από ανθυπολοχαγούς και υπολοχαγούς και η άλλη από λοχαγούς. Με τη μεσολάβηση τον υπολοχαγού Θεόδωρου Παγκάλου, τον Ιούλιο του 1909, ενώθηκαν οι δύο ομάδες και συνέπηξαν τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Τότε ετέθη θέμα αρχηγού. Προκρίθηκε, για τους λόγους που αναφέραμε, ο Ζορμπάς.
Ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύματά του: «Εγνώριζον κάλλιστα ότι ο στρατός δεν είναι προωρισμένος να επεμβαίνη εις τα της πολιτείας δι' οιονδήποτε τρόπον και ότι στρατός προβαίνων εις τοιαύτα διαβήματα καθίσταται λίαν επιζήμιος εις το Κράτος. Εβλεπον, όμως, ότι ο στρατός είχεν αποσυντεθή και ότι το Κράτος διέτρεχε μέγιστον κίνδυνον ού μόνον ένεκα των εξωτερικών περιστάσεων αλλά και εκ της εν γένει εσωτερικής καταστάσεως. Δεν ηγνόουν ότι, γενόμενος αρχηγός τον Συνδέσμου, ετιθέμην εκτός νόμου και ότι, εν αποτυχία, με ανέμενεν η ατιμία και ο διά τυφεκισμού θάνατος, είχον όμως την πεποίθησιν ότι ανελάμβανον έργο όπερ είχε τον ιερόν σκοπόν της υπερασπίσεως της εις προφανή κίνδυνον διατελούσης πατρίδος, ήτοι έργον σύμφωνον προς τον στρατιωτικόν όρκον, προς ον, κατά τύπους μόνο εφαίνετο ότι εντέκειτο. Εάν δεχθείς την αρχηγίαν τον Στρατιωτικού 

Συνδέσμου έπραξα καλώς ή κακώς, τούτο αφήνω εις την κρίσιν άλλων, ομολογώ, όμως, ότι, παρά τους κινδύνους εις ους εξετιθέμην, και παρά τας πικρίας ας εποτίσθην δε μετενόησα διά την πράξιν μου ταύτην, διότι αν η Επανάστασις δεν έπραξεν άλλο τι σπουδαίον, κατώρθωσεν, όμως, ν' αφυπνίση εκ τον ληθάργου την εθνικήν ψυχήν και την δύναμιν του Ελληνισμού. Τούτο, ως υποθέτω, δεν θα δννηθώσιν ν' αρνηθώσιν ου μόνον οι επικριταί της Επαναστάσεως αλλ' ούτε και αυτοί οι αντιδραστικοί...». Τη νύχτα της 14/15 Αυγούστου 1909 η Φρουρά Αθηνών, με αρχηγό τον Ζορμπά έκανε ένοπλη συγκέντρωση στο Γουδί. Λέγοντας Γουδί δεν εννοούμε την ομώνυμη συνοικία του σημερινού Δήμου Ζωγράφου, αλλά την τοποθεσία πάνω από τις Σχολές Χωροφυλακής και τον οδικό κόμβο Μεσογείων-Κατεχάκη, εκεί περίπου που βρίσκεται σήμερα το υπουργείο Εθνικής Αμύνης. στις αρχές του Χολαργού και τα σύνορα των  Χολαργού και Παπάγου. Η συγκέντρωσις, γράφει ο Ζορμπάς στα απομνημονεύματα του εξετελέσθη υπό το φως της σελήνης και σχεδόν υπό τας όψεις του κοινού. Αυτός μετέβην πρώτος εις τον τόπον της συγκεντρώσεως μετά του λοχαγού Φικιώρη. Διερχόμενος των στρατώνων της Διευθύνσεως Υλικού Πολέμου διέταξα (σ. ήταν όπως είπαμε διοικητής της Διευθύνσεως) να αποστείλουν αμέσως εις το Γουδί. διά κάρρων τυφέκια και φυσίγγια. Διαδοχικώς έφθαναν εις το Γουδί οι εν Αθήναις ευρισκόμενοι αξιωματικοί, οπλίται τινές και ιδίως υπαξιωματικοί των Ευζώνων (δηλ. του εκλεκτού σώματος, κάτι ανάλογο με το σημερινά ΛΟΚ) και ενάριθμοι χωροφύλακες και ναύται, κατόπιν δε μία ορειβατική μοίρα μετά των πυροβόλων και των πυρομαχικών της, εις λόχος μηχανικού, ο υπ' εμέ λόχος της διευθύνσεως υλικού πολέμού και οπλίται τον πεδινού πυροβολικού άνευ πυροβόλων, των οποίων είχον αφαιρέσει τα κλείστρα ίνα τα αχρηστεύσωσιν εφ' όσον δεν ηδύνατο να τα μεταφέρουν εις την συγκέντρωσιν. Η δύναμις αυτή ήτο λίαν ασθενής εν σχέσει προς την ευρισκόμενην εισέτι εν τάξει εις τους στρατώνας, αλλά μέχρι της πρωίας συνεκεντρώθει εις Γουδί άπασα η δύναμις της φρουράς των Αθηνών, τελευταίου προσχωρήσαντος του εις Κηφισίαν συντάγματος Ιππικού. Από τον τρόπο της ένοπλης συγκέντρωσης ο Σύνδεσμος απηύθυνε διακήρυξη: «Προς τω βασιλέα, την κυβέρνησιν και το Λαόν». Η διακήρυξη συνταγμένη από τον Πάγκαλο και τον Ζορμπά, είναι ένα μετριοπαθές κείμενο από το οποίο προκύπτει άτι οι αξιωματικοί ζητούσαν την αναδιοργάνωση του Στρατού και του Στόλου, την απομάκρυνση των βασιλοπαίδων από το Στρατό και του διαδόχου από τη Γενική Διοίκηση, καθώς και την κατάληψη των πολεμικών υπουργείων υπό στρατιωτικούς υπουργούς. Η διακήρυξη είναι συντεταγμένη σε ύφος παρακλήσεως μάλλον παρά επιταγής: «Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος ποθεί όπως η διοίκησις της χώρας καταστή χρηστή και έντιμος, όπως η δικαιοσύνη απονέμεται ταχέως και μετ’ αμεροληψίας, όπως η εκπαίδευσις του Λαού καταστεί λυσιτελής διά τω πρακτικόν βίον και τας στρατιωτικάς ανάγκας της χώρας, όπως η ζωή, η τιμή και η περιουσία των πολιτών εξασφαλισθώσιν, και κανονισθώσιν τα οικονομικά ώστε αφ' ενός ο σχεδόν πενόμενος ελληνικός λαός ανακουφισθή εκ των επαχθών φάρων ούς ήδη καταβάλει και οίτινες ασπλάχνως κατασπαταλώνται προς διατήρησιν πολυτελών και περιττών υπηρεσιακών χάριν της απαισίας συναλλαγής, αφ’ έτερου δε καθορισθώσιν θετικώς τα όρια εντός των οποίων δύναται να αυξηθώσιν αι δαπάναι δια την στρατιωτικήν της χώρας παρακευή… Παρακαλούμεν θερμώς όπως ληφθώσιν και μέτρα τινά στρατιωτικής περισυλλογής… Παρακαλούμε διά την ανόρθωσιν των διαφόρων υπηρεσιών τον Κράτους... Ο Σύνδεσμος κρίνων αυτόν αναρμόδιον όπως εισέλθη εις λεπτομέρειας διαφευγούσας την ειδικότητα των έργων του, ας αρμοδία είναι να καθορίση η κυβέρνησις και η Βουλή τον Έθνους, απλώς ζητεί ωρισμένας γενικάς και φυσικάς αλλαγάς και την λήψιν μέτρων διά την ταχείαν στρατιωτικήν και ναυτικήν παρασκευήν... Η ανάγκη αμέσως συγκλήσεως της Βουλής είναι αναπόδραστος, διότι η διάλυσις αυτής και η διεξαγωγή εκλογών απαιτούσι χρόνον πολύν, η δε απώλεια και του ελάχιστου χρόνου είναι αδίκημα προς την πατρίδα…» Το ήπιο αυτό κείμενο επιδόθηκε αυθημερόν στην κυβέρνηση από το Αυλαρχείο. Το μόνο σημείο του που θύμιζε, ότι προέρχεται από επαναστατημένα στρατιωτικά τμήματα είναι το τελευταίο, όπου αναφέρεται ότι ο Σύνδεσμος είναι ανεύθυνος για ό,τι ήθελε επακολουθήσει τη μη αποδοχή των εκκλήσεών του. Είναι μια προειδοποίηση, αλλά όχι απειλή. Όσα ακολούθησαν είναι γνωστά.
Η κυβέρνηση Ράλλη παραιτήθηκε και σχηματίσθηκε κυβέρνηση Κυρ. Μαυρομιχάλη με τον Ζορμπά υπουργό των Στρατιωτικών και τον Λ. Λαπαθιώτη (πατέρα του ποιητή), πλοίαρχο, υπουργό Ναυτικών. (Είναι χαρακτηριστικό ότι στη διακήρυξή του ο Σύνδεσμος ισχυριζόταν ότι δεν επεδίωκε παραίτηση της κυβερνήσεως, αρκεί να εκτελούνταν οι επιθυμίες του). Άρχισε αμέσως η στρατιωτική  ανασυγκρότηση με την μετάκληση της αποστολής Εϊντού. Κλήθηκε ο Βενιζέλος ως πολιτικός σύμβουλος του Συνδέσμου και προχώρησε το έργο συγκλήσεως Αναθεωρητικής Βουλής. Διόμισι χρόνια μετά την επανάσταση, η Ελλάδα είχε ολότελα αναδιοργανωθεί και ετοιμασθεί για την μεγάλη εξόρμηση της δεκαετίας 1910-1920. Οι επίορκοι που το 1967 κατέλυσαν τις ελευθερίες τον ελληνικού λαού κατά τον πιο βάναυσο τρόπο και εγκαθίδρυσαν από τις στυγνότερες δικτατορίες του αιώνα, προσπάθησαν πολλές φορές να παρομοιάσουν τις γκαγκστερικές ενέργειές τους με το κίνημα τον 1909. Απάτη. Μια απλή σύγκριση της παραπάνω διακήρυξης των επαναστατών του 1909 με όσα επί μια επταετία ο ξενοκίνητος δικτάτορας του 1967 απειλούσε τα πάντα Και τους πάντες στην Ελλάδα, αποδεικνύει το νανώδες ανάστημά του μπροστά στους αγνούς αξιωματικούς τον Νικολάου Ζορμπά.
Κανείς τους δεν αναδείχθηκε. κανείς τους δεν επιβλήθηκε. Όσοι αναδείχτηκαν αργότερα (Ζυβρακάκης, Πάγκαλος, Χατζηκυριάκος, Κατεχάκης) αναδείχθηκαν στα πεδία των μαχών. Ούτε το λαό εξευτέλισαν, καταλύοντας τις πολιτικές και τις ατομικές του ελευθερίες ούτε άσους μέχρι τότε κυβέρνησαν. Δεν πήραν προαγωγές ούτε παράσημα, οι περισσότεροι μάλιστα έμειναν άγνωστοι. Αργότερα. όταν αναδεικνύονταν στους πολέμους. ο λαός μάθαινε άτι ήταν μέλη τον Στρατιωτικού Συνδέσμου του 1909. Και ο λαός από την πρώτη στιγμή τους συμπαραστάθηκε: Η στρατιωτική κινητοποίηση έφερε και τη λαϊκή κινητοποίηση. Και τα πράγματα ακολούθησαν το δρόμο της ανορθώσεως. Η Επανάσταση του 1909 έφερε την αναγέννηση του ελληνικού Έθνους. Το πραξικόπημα του 1967 αφού επί επτά έτη εξευτέλισε κάθε έννοια ηθικής και πολιτικής τάξεως, προξένησε μια από τις μεγαλύτερες πανωλεθρίες του Ελληνισμού. Ο Ζορμπάς, μετά την διάλυση του Συνδέσμου και τη σύγκληση της Αναθεωρητικής Βουλής, αποστρατεύθηκε. Δεν θέλησε να λάβει ούτε τον αποστρατευτικό βαθμό του υποστράτηγου. Έφυγε ως συνταγματάρχης Ζορμπάς. Και το έργο που επετέλεσε ως υπουργός Στρατιωτικών ήταν εξαίρετο. Έθεσε τις θέσεις για το νέο ελληνικό Στρατό. το Στρατό που εξεπλήρωσε λίγα χρόνια αργότερα τις προσδοκίες του ελληνικού λαού. Το Σεπτέμβριο του 1912 και ενώ η Ελλάδα επιστρατευόταν πυρετωδώς ο Ζορμπάς που ήταν 68 χρόνων ζήτησε να ανακληθεί στην ενέργεια και να αποσταλεί στο Μέτωπο. Ο Βενιζέλος αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημά του βασιζόμενος σε ένα νόμο που υπαγόρευε την ανάκληση εφέδρων που είχαν υπερβεί το 65ο έτος. Πέθανε το καλοκαίρι του 1920, με την υπογραφή δηλαδή της Συνθήκης των Σεβρών. Επέζησε επομένως όσο χρειαζόταν για να δει τις καλές αλλά και τις κακές (μετά το 1915) συνέπειες του Κινήματος. Γιατί το Κίνημα του Γουδιού είναι η πραγματική αφετηρία τον Εθνικού Διχασμού. Σ' αυτό, όμως, δεν φταίει ούτε ο Ζορμπάς. ούτε ο Σύνδεσμος. Φταίνε αυτοί, που ενώ το 1909 μπήκαν αναγκαστικά στο περιθώριο, ξαναφάνηκαν το 1915 με όλο το πάθος που τους είχε εμφυσήσει ο φυσιολογικός εξαετής παραγκωνισμός τους. Και συνέχισαν την αντίδραση που κρατούσε την Ελλάδα σε μαρασμό μέχρι το 1909. Και η αντίδραση αστή οδήγησε σε άλλες, μεγαλύτερες, εθνικές περιπέτειες.


Αριστερά, ο Συνταγματάρχης Νικόλαος Ζορμπάς, αρχηγός του Στρατιωτικού Συνδέσμου.  Δεξιά, ο Ελευθέριος Βενιζέλος
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: Όταν μου εκάματε την τιμήν να μου αναθέσετε τον σχηματισμόν κυβερνήσεως, όπως ενθυμείσθε, απέκρουσα κατ' επανάληψιν και ρητώς τας προτάσεις υμών.  Σας εδήλωσα ότι η επαναστατική κατάστασις πρέπει να λήξει το ταχύτερον, δια να επανέλθουν οι αξιωματικοί εις τα έργα των και να προπαρασκευασθεί το Κράτος, όπως αντιμετωπίση σοβαρώτατα γεγονότα εν τη Βαλκανική, τα οποία θεωρώ λίαν προσεχή.  Πρέπει εντός του 1912 να είμεθα στρατιωτικώς έτοιμοι, δια να λύσωμεν το Κρητικόν ζήτημα και τα μετ' αυτού συνοδευόμενα μεγάλα εθνικά μας ζητήματα εν τη Βαλκανική.  Ως προς το ζήτημα των Πριγκίπων θεωρώ αναγκαίαν την επάνοδον αυτών εις τον στρατόν διότι δεν δύναται να εννοηθή η αφαίρεσις από τον Βασιλέα δικαιώματος το οποίον έχει και ο τελευταίος πολίτης, να υπηρετούν τα τέκνα του εις τον στρατόν της Πατρίδας.  Επιπλέον, όπως γνωρίζετε και εσείς εκ της πείρας του τελευταίου πολέμου, οι διάφοροι Σωματάρχαι δυσκόλως υπακούουν εις άνωτέρους ή αρχαιοτέρους Έλληνας συναδέλφους των.  Ενθυμείσθε την αναρχίαν και τα επεισόδια ανυπακοής εν Ηπείρω, κατά το 1897, όταν οι Σωματάρχαι Κουμουνδούρος και Μπότσαρης ενήργoυv αυτοβούλως και αντιθέτως με ρητάς διαταγάς της ανωτάτης διοικήσεως του στρατού.  Εις την Θεσσαλίαν, ένθα ήτο αρχηγός ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, παρά τα ατυχήματα, δεν παρουσιάσθησαν κρούσματα ανυπακοής και ανυποταξίας από μέρους των υπ' αυτόν Σωματαρχών.  Ως προς τους επιτελικούς αξιωματικούς θα αναβάλω την τοποθέτησιν του Δούσμανη εις το επιτελείον, αλλά θα κρατήσω ως υπασπιστήν τον Μεταξάν, διότι θεωρώ αναγκαίον τούτο όπως πεισθή ο στρατός ότι θα περάσωμεν τον σπόγγο της λήθης εις το παρελθόν και οι αξιωματικοί, λησμονούντες τα γενόμενα, θα συμφιλιωθούν εν τω μέλλοντι και θα εργασθούν εν ομοφωνία δια το καλόν της Πατρίδας.
ΖΟΡΜΠΑΣΚύριε Πρόεδρε, μετά τον σχηματισμόν της Κυβερνήσεώς σας, όταν σας απεχαιρέτησα, σας εδήλωσα ότι απέρχομαι και εκ του Υπουργείου και εκ του στρατού, με την συνείδησιν ήρεμον, ότι εξετέλεσα το καθήκον μου έναντι του στρατού και του έθνους, και με την πεποίθησιν ότι παρέδωσα την αρχήν εις υμάς, όστις θα εξασφαλίσητε τα συμφέροντα του έθνους.  Δια το ζήτημα των πριγκίπων η εναντίον των οποίων αγανάκτησις της επαναστάσεως ήτο απολύτως δικαιολογημένη, συμφωνώ ότι πρέπει να επιτραπή προσεχώς η εν τω στρατώ υπηρεσία των, όχι όμως ως εν τω παρελθόντι με τα εξαιρετικά προνόμια, τα οποία τους επέτρεπον να έχουν, ανεύθυνοι αυτοί, υπευθύνους διοικήσεις εν τω στρατώ.  Το σημερινόν διάβημά μου δεν ενέχει ουδέ ίχνος προθέσεως προς ανάμιξιν εις το κυβερνητικόν έργον σας.  Αποβλέπει μόνον όπως επιστήση την προσοχήν σας επί του ζητήματος αυτού, το οποίον δύναται να έχη σοβαράς συνεπείας εις τα εσωτερικά ημών πράγματα.
Η άμεσος επαναφορά των Δούσμανη και Μεταξά εις εμπιστευτικάς θέσεις σήμερον, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι δικαίως ή αδίκως oι ανωτέρω δύο αξιωματικοί υπήρξαν κόκκινο πανί των επαναστατών, είναι φυσικόν να επιφέρη πραγματικήν ψυχικήν οδύνην εις όλους τους καλούς και πατριώτας αξιωματικούς, οι οποίοι σας περιβάλλουν σήμερον δια της μέχρι λατρείας αφοσιώσεώς των, εφ' όσον εν τω προσώπω υμών συγκεντρούνται αι ελπίδες όλων δια την αποτελεσματικήν διεκδίκησιν των δικαίων του Έθνους.  Υπάρχουν, κύριε Πρόεδρε, και άλλοι αξιωματικοί, οι οποίοι, χωρίς να ανήκουν εις τον Σύνδεσμον, θα είναι καταλληλότατοι δια τας εμπιστευτικάς θέσεις του Υπουργείου, ένεκα του μετριοπαθούς χαρακτήρος και της ευθύτητός των.
ΒΕΝΙΖΕΛΟΣΘεωρώ το ζήτημα τούτο υψίστης πολιτικής σημασίας.  Δεν είναι μέσον στρατιωτικόν. Δύνασθε να βεβαιώσετε τους αξιωματικούς ότι η παρουσία μου εν τη κυβερνήσει, είναι αρκετή εγγύησις δια την εξασφάλισιν αυτών, έναντι πιθανών διώξεων ή αντεκδικήσεων.
Ως προς τον Μεταξάν, τον προσέλαβον ως υπασπιστήν διότι έχει μεγάλην στρατιωτικήν αξίαν, η οποία του ανεγνωρίσθη και εις αυτήν ακόμη την Ακαδημίαν Πολέμου εν Γερμανία, όπου εσπούδασε.
ΖΟΡΜΠΑΣΕπαναλαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ότι δεν ήλθον εδώ ούτε με την πρόθεσιν να σας ελέγξω, ούτε να διαμαρτυρηθώ δια τα μέτρα σας.  Θεωρώ όμως ότι έχω καθήκον να σας διαφωτίσω επί των προσώπων, δια να προφυλάξω και υμάς και το έθνος, από μελλούσας ανωμαλίας.  Το ζήτημα του υπασπιστού δεν είναι ζήτημα αξίας, όσον είναι μάλλον ήθους και χαρακτήρος.  Η πείρα μας με εδίδαξεν ότι ως εκ των ανθρωπίνων αδυναμιών όλων μας, ο υπασπιστής δύναται να έχη σοβαράν επίδρασιν ένεκα της δράσεώς του εις το επιτελείον του διαδόχου και ως συντάκτης της αθλίας εκείνης εκθέσεως του πολέμου του 1897, καθώς επίσης και δια τας αρριβιστικάς μηχανορραφίας του εις το διαλυθέν σώμα των Γενικών Επιτελών, υπήρξεν εις των κυρίως υπευθύνων δια την κατάστασιν του στρατού, η οποία ωδήγησεν εις την επανάστασιν του Γουδί.  Πώς είναι δυνατόν να είναι ανεκτός σήμερον, ως πρώτος υπασπιστής υμών, του αναλαβόντος την συμπλήρωσιν του έργου του Στρατιωτικού Σύνδέσμου; Υπάρχούν πολλοί αξιωμαιτικοί μορφωμένοι, μη ανήκοντες εις τον Στρατιωτικόν Σύνδεσμον, από τους οποίους δύνασθε να εκλέξητε τον πρώτον υπασπιστήν σας.
Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος είναι αγαθός και έχει αγάπην προς το στράτευμα, αλλ’ έχει ιδέας απολυταρχικάς και επηρεάζεται πολύ από τους τρόπους του γυναικαδέλφού του Κάιζερ, τον οποίον θαυμάζει.  Επί πλέον ο Διάδοχος έχει το μέγα ελάττωμα να επηρεάζεται πολύ εις όλας τας σκέψεις και ενεργείας του, από το άμεσον περιβάλλον του.  Το μέγα αυτό ελάττωμα του Διαδόχου, αυξανόμενον και δια του πείσμονος χαρακτήρος του, μέχρι σήμερον και φοβούμαι ότι θα γίνη η αιτία πολύ περισσοτέρων δεινών, όταν θα βασιλεύση.
 Ταράχθηκε ο Βενιζέλος στα λόγια του στρατηγού, δυσφόρησε κάπως, γιατί δεν διαφωνούσε τελείως μαζί του.  Δεν άλλαξε όμως γνώμη.  Δέχθηκε μόνο να μην επαναφέρει τον Δούσμανη αλλά όρισε τον Μεταξά υπασπιστή του.  Κι ο Ζορμπάς χωρίς να κρύβει το πικρό παράπονό του, τη στιγμή που έβγαινε από το πρωθυπουργικό γραφείο στράφηκε προς τον Βενιζέλο και τον αποχαιρέτησε με αυτά τα λόγια:
  «Κύριε Πρόεδρε, δεν έχετε ουδεμίαν υποχρέωσιν να σεβασθήτε τα υπό της επαναστάσεως γενόμενα.  ’νευ δυσαρεσκείας θα έβλεπον την ανατροπήν όλων των γενομένων, σας εξορκίζω κύριε Πρόεδρε να μην επιμένετε εις το ζήτημα των πριγκήπων και του επιτελείου.  Εάν τους επαναφέρετε θα θερμάνετε εις τους κόλπους σας εχίδνας, αι οποίαι μόλις αναζωογονηθούν θα δαγκάσουν πρώτον υμάς, τον ζωοδότην και ευεργέτην τους.
Εύχομαι να διαψευσθώ ή να μην ευρίσκωμαι εν ζωή δια να ίδω τα θλιβερά αποτελέσματα, τα οποία η μακρά μου πείρα με κάμνει να προβλέπω.
Μην παραγνωρίσετε, κύριε πρόεδρε, την μακράν και πικράν πείραν, την οποίαν απεκτήσαμεν, ζώντες μετά των ανθρώπων αυτών.  Φοβούμαι μήπως, μίαν ημέραν, δαγκάσουν όχι μόvοv υμάς, αλλά και τα ζωτικώτερα συμφέροντα της χώρας αυτής.  Εύχομαι ο Θεός να σας οδηγήση εις την ορθήν λύσιν προς το συμφέρον της Ελλάδος».
 Αυτά ήσαν τα τελευταία λόγια του Ζορμπά.  Και η τελευταία συνάντησή του με τον Βενιζέλο.  Γιατί όμως επέμεινε τόσο ο Βενιζέλος;  Αυτοί είναι oι σπουδαιότεροι λόγοι: του είχε γίνει βίωμα, πίστη ακλόνητη ότι πριν ξεκινήσει, έπρεπε να αποκαταστήσει την ψυχική ενότητα μεταξύ των Ελλήνων - των αξιωματικών κυρίως.  Και η απομάκρυνση των βασιλοπαίδων, αν και είχε ικανοποιήσει τη μεγάλη μάζα των αξιωματικών, είχε επίσης δυσαρεστήσει και πολλούς άλλους. 
Πατέρας και γιος: αριστερά, ο Γεώργιος Α' Γλύξμπουργκ, δεξιά ο Κωνσταντίνος Α' Γλύξμπουργκ.  Ο Γεώργιος Α' κατόρθωσε να παραμερίσει τις πιέσεις του ανακτορικού περιβάλλοντος και να συνεργαστεί επιτυχώς με τον Βενιζέλο, παρά την δυσπιστία του προς αυτόν - σε αυτή την κατεύθυνση τον υποχρέωσαν οι επιδέξιοι χειρισμοί του Βενιζέλου και οι παραινέσεις της Αγγλίας: ο Γεώργιος ήταν αγγλόφιλος και εκείνη την περίοδο τα συμφέροντα της Αγγλίας συνέπιπταν με τους στόχους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, όπως την εξέφραζε η κυβέρνηση Βενιζέλου.  Η εκτέλεσή του στην Θεσσαλονίκη το 1914 ήταν το τίμημα της επιτυχούς αυτής συνεργασίας...  Ο Κωνσταντίνος Α', δεν κληρονόμησε τις ικανότητες του πατέρα του - πάντα υπό έντονη γερμανική επιρροή (η γυναίκα του βασίλισσα Σοφία ήταν αδελφή του Κάιζερ), δεν βρήκε σημεία επαφής ούτε με την πολιτική Βενιζέλου ούτε με τα αγγλογαλλικά συμφέροντα (σε αντίθεση με τις διπλωματικές ικανότητες του πατέρα του).  Η περί τον Κωνσταντίνο ανακτορική καμαρίλλα και ο μηχανισμός της, με το να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα των Γερμανοαυστριακών στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέλαβαν την μέγιστη ευθύνη για τα δεινά του Εθνικού Διχασμού.
 Ήθελε ακόμη να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη του Γεωργίου Α' Γλύξμπουργκ.  Ο τότε βασιλιάς έβλεπε τον Βενιζέλο με δυσπιστία και φόβο μαζί.  Δεν μπορούσε να λησμονήσει το Θέρισο.  Κι όμως αργότερα γίνεται ο μεγάλος του θαυμαστής, του δίνει όλη την εμπιστοσύνη του.  Και την εμπιστοσύνη εκείνη την είχε απόλυτη ανάγκη ο Βενιζέλος.  Μόνο έτσι κατορθώνει δυο χρόνια αργότερα να ξεπεράσει το πείσμα του Κωνσταντίνου, να εξουδετερώσει τις ραδιουργίες των στρατιωτικών της Αυλής και να σώσει τη Θεσσαλονίκη.
Δεν εiναι γνωστό αν ο Βενιζέλος μετάνιωσε ποτέ για την απόφασή του εκείνη.  Οπωσδήποτε η ευκαιρία του δόθηκε πολύ γρήγορα κατά τα μεγάλα γυμνάσια της Τανάγρας.
Η ανασυγκρότηση του στρατού αρχίζει με την άφιξη στην Ελλάδα της γαλλικής στρατιωτικής αποστολής υπό τον στρατηγό Εϋντού.  Στην πρόσκληση των Γάλλων, είχαν αντιδράσει με λύσσα οι στρατιωτικοί της αυλής και το Επιτελείο.  Ήσαν απόφοιτοι oι περισσότεροι της Στρατιωτικής Ακαδημίας του Βερολίνου και όλοι ήθελαν να κολακέψουν τον γερμανόφιλο - ίσως γιατί η γυναίκα του ήταν αδελφή του Κάιζερ - διάδοχο Κωνσταντίνο.  Επέμεναν, λοιπόν, να κληθεί γερμανική στρατιωτική αποστολή, λησμονώντας έτσι ότι Γερμανοί αξιωματικοί διοικούσαν τα πυροβόλα των Τούρκων στα 1897, κι αυτός που καταδίωξε τους βασιλόπαιδες δεν ήταν οι Τούρκοι αξιωματικοί, αλλά ο Γρούμποφ-πασάς, αρχηγός του τουρκικού ιππικού.
Μονάδα Ιππικού του Ελληνικού Στρατού.
Οπωσδήποτε ο Βενιζέλος αποκρούει τις πιέσεις των γερμανοφίλων και ο στρατηγός Εϋντού με τους αξιωματικούς του αναλαμβάνουν τη μετεκπαίδευση των αξιωματικών μας.  Πραγματικός οργασμός επικρατεί στο στράτευμα.  Όλοι δουλεύουν σκληρά.  Οι ασκήσεις δεν σταμάτησαν ούτε για μια ημέρα.  Ιδιαίτερη φροντίδα έδωσε η γαλλική αποστολή στην ίδρυση Σχολής Ανωτέρων Σπουδών, ένα είδος Ακαδημίας Πολέμου, για την πληρέστερη επιτελική μόρφωση των αξιωματικών μας.  Την σχολή αυτή την «μποϋκοτάρησαν» oι αυλικοί αξιωματικοί, αρνήθηκαν να φοιτήσουν.  Έσπευσαν πρόθυμα oι υπόλοιποι.  Κι έτσι δημιουργήθηκαν δύο τάξεις αξιωματικών, οι «γερμανοί», αυτοί που είχαν σπουδάσει στο Βερολίνο και ήταν προσκολλημένοι στα παλιά στρατηγικά δόγματα, στην αριστοκρατική οργάνωση του στρατού, και oι νέοι αξιωματικοί, διαλεγμένοι από τους Γάλλους οργανωτές με μοναδικό κριτήριο την ικανότητά τους.  Ήταν αξιωματικοί που γνώριζαν τις νέες για την εποχή στρατηγικές αντιλήψεις και είχαν εκπαιδευθεί στα καινούργια όπλα.  Ήταν οι αξιωματικοί με τους οποίους ο Βενιζέλος θα δημιουργούσε, λίγα χρόνια αργότερα, τη Μεγάλη Ελλάδα.  Η σύγκρουση ανάμεσα στις δύο τάξεις των αξιωματικών ήταν αναπόφευκτη.  Την άνοιξη τον 1912, η γαλλική αποστολή οργάνωσε τα πρώτα μεγάλα γυμνάσια που είχε επιχειρήσει ποτέ ο ελληνικός στρατός στην περιοχή της Τανάγρας.  Το ενδιαφέρον των ξένων στρατιωτικών ακολούθων και κυρίως των στρατιωτικών ακολούθων της Σερβίας και της Βουλγαρίας ήταν μεγάλο.  Αλλά και η επιτυχία των γυμνασίων ακόμη μεγαλύτερη.  Oι ξένοι παρατηρητές δεν μπορούσαν να κρύψουν τον θαυμασμό τους για την εκπληκτική οργάνωση του ελληνικού στρατού.  Ο Σέρβος στρατιωτικός ακόλουθος συγχάρηκε τον στρατηγό Εϋντού και ο Βούλγαρος συνάδελφός του έστειλε εμπιστευτική έκθεση που ανησύχησε τη Σόφια.
Μονάδα Πυροβολικού του Ελληνικού Στρατού.
Τόση ήταν η εντύπωση από τα γυμνάσια εκείνα ώστε η Βουλγαρία, που μέχρι τότε δεν ήθελε να συνδεθεί στρατιωτικά με την Ελλάδα, για να μην ζητήσει η τελευταία το μερίδιό της από την Βαλκανική, άλλαξε στάση και τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους υπόγραψε στρατιωτική συμμαχία.  Ήταν βέβαια ενοχλητική σύμμαχος για τη Σόφια η Ελλάδα.  Θα ήταν όμως περισσότερο ενοχλητική σαν αντίπαλος.  Δικαιολογημένα, λοιπόν, περίμεναν οι Γάλλοι αξιωματικοί να δεχθούν την ευγνωμοσύνη των Ελλήνων συναδέλφων τους.  Κι ήταν τρομερή η κατάπληξη, όταν μετά την κριτική πού έκανε επί των ασκήσεων ο στρατηγός Εϋντού, μίλησε ο ίδιος ο διάδοχος Κωνσταντίνος, όχι για να συγχαρεί τους Γάλλους, αλλά για να τους επικρίνει με υβριστικό ύφος και να ισχυρισθεί ότι από τότε που εγκατέλειψε τη γενική διοίκηση του στρατού τίποτε αξιόλογο δεν έγινε, αντίθετα σημειώθηκε κάμψη της αποδοτικότητας των αξιωματικών.  Αυτά ισχυρίσθηκε ο Κωνσταντίνος και οι αυλικοί αξιωματικοί αισθάνθηκαν πραγματική αγαλλίαση.  Το σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο που επρόκειτο να ξεσπάσει από την στάση του Κωνσταντίνου αποτράπηκε χάρη στην αποφασιστική παρέμβαση του Βενιζέλου. Υποχρέωσε τον Κωνσταντίνο να καλέσει όλους τους Γάλλους αξιωματικούς σε γεύμα στα ανάκτορα και να τους παρασημοφορήσει ο ίδιος.  Η προσπάθεια όμως του Βενιζέλου να επιτύχει την ψυχική ενότητα των αξιωματικών ναυάγησε οριστικά.  Το θλιβερό επεισόδιο της Τανάγρας ήταν το πρώτο προμήνυμα του μεγάλού διχασμού.












Άρθρο 58; Των Μπολσεβίκων γιά την εξόντωση των κληρικών

Από το βιβλίο  «Εχθρός του Λαού» , η σταυρική πορεία του Αγίου Νεομάρτυρα π. Παύλου Ανσίμωφ (1891-1937), εκδόσεις «Αρχονταρίκι», 2015, σελ....